Υπόθεση Βεντουράκη Υπόθεση Βουλγαράκη
Φιάσκο οδού Νιόβης Φιάσκο Παλαιοκώστα
Σκάνδαλο Χρηματιστηρίου Σκάνδαλο Ομολόγων
Υπόθεση Siemens Υπόθεση Siemens
Εθνικό Κτηματολόγιο Μονή Βατοπεδίου
Χειραγώγηση Δικαιοσύνης Χειραγώγηση Δικαιοσύνης
θέλετε κι άλλα?
Συμπέρασμα Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ Ή ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. σημειώσατε Χ.
Θα θυμάστε ίσως την προχθεσινή μου εκδρομούλα στο ΙΚΑ Μυτιλήνης. Θα θυμάστε οπωσδήποτε και κείνον τον Κυνικό Φιλόσοφο το Διογένη από τη Σινώπη. Ο βίος του Διογένη ήταν πολύ λιτός, οι Αθηναίοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν για την ευφυΐα του και την εντιμότητα του(!!!).
Θα θυμάστε λοιπόν ότι ο Διογένης, έθιξε αποκλειστικά κοινωνικά και ηθικά προβλήματα. Η διδασκαλία του ήταν ουσιαστικά επαναστατική και ανατρεπτική για την τάξη που επικρατούσε τότε (!!!). Προσπάθησε με τα επιχειρήματα του, να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί (!!!!). Αυτό κατά την γνώμη του θα γινόταν δυνατό, αν ο άνθρωπος επέστρεφε στην φύση. Πίστευε δηλαδή πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί να την εξασφαλίσει. Η παράδοση λέει ότι είχε μόνιμη κατοικία του ένα πιθάρι και γυρνούσε στους δρόμους , όλη μέρα, με ένα φανάρι. Όταν τον ρωτούσαν τί το χρειάζεται το φανάρι την ημέρα, αυτός απαντούσε "Ανθρώπους ζητώ".
Θα μου πείτε τώρα, και δίκιο θα έχετε, τι σχέση έχει ο Διογένης και η εκδρομή μου στο ΙΚΑ; Aπλά, διάβαζα χτες στα Αιολικά Νέα, ότι το ΙΚΑ θα κάνει εγκαίνια με πολλές ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή γιατρούς. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω μια πρόταση στον κ. Διευθυντή (θυμάστε εκείνον που κρέμαγε τα κάδρα και ασχολούνταν επι μακρόν με τη βιτρίνα). Του προτείνω λοιπόν ενόψει των εγκαινίων, να μην κρεμάει τα πιθάρια στους τοίχους υπο μορφή κάδρων, αλλά να βγάλει ένα έξω απ' το ΙΚΑ, να πάρει και ένα φαναράκι και να κάτσει μέσα κι όταν έρθει ο κ. Διοικητής του ΙΚΑ, προκειμένου να εγκαινιάσει το κατάστημα και τον ρωτήσει απορημένος τι κάνει εκεί Διευθυντής πράμα, να του απαντήσει ό,τι και ο Διογένης "ανθρώπους ζητώ". Ποιός ξέρει ίσως έτσι και να εισακουστεί το αίτημά του, αν βέβαια είναι αίτημα του.....
ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΑΣ ΠΟΥΜΕ
Καλημέρα σε όλους. Όσο για τις εκλογές ένας είναι ο τρόπος να αντισταθούμε σ' αυτούς που μας λεν ωραία λογάκια και μας τάζουν λαγούς με πετραχείλια.
Πήγα λοιπόν σήμερα το πρωί στον ΙΚΑ που λέει κι ο Ζήκος. Και ενώ πήγαινα προετοιμασμένη να δω για μια ακόμη φορά τα βρώμικα πατώματα, τις σπασμένες καρεκλίτσες, με τα υπομονετικά γεροντάκια πάνω τους να περιμένουν σαν από χρόνια κάποιον να τους γράψει τα φάρμακα, μπαίνω μέσα και μόνο που δεν αναφώνησα θαύμα θαύμα.
Το γκρι αρζάν, απ' την πολυκαιρία, λευκό του τοίχου είχε αντικατασταθεί με ένα ωραιότατο βεραμάν. Οι πορτοκαλί και μπλε πόρτες με γαλάζάκι τύπου μπεμπέ, οι σπασμένες πορτοκαλί καρεκλίτσες Pese Kato με βυσσινί καρέκλες επισκεπτών Oxi Pese Kato. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι παπαρούνες, πιθάρια, και άλλες πολύχρωμες εικόνες. Όλα φρεσκοβαμμένα και καθαρά! Μόνο τα γεροντάκια παρέμεναν ίδια.
Κάνω το σταυρό μου και μονολογώ τελικά βρε παιδί μου αν και αργά "εκσυγχρονιζόμαστε" και σε τούτη τη χώρα. Στρίβω αριστερά εκεί που μου δείχνει η γιγάντια πινακίδα και κατευθύνομαι προς τα ραντεβού προκειμένου να κλείσω ένα με τον ορθοπεδικό, αφού το 184 χθες όλη τη μέρα δεν δούλευε.
Οι δύο υπάλληλοι που είναι πίσω από τον γκισέ και τους έχει ανατεθεί η εξυπηρέτηση του κοινού και ως εκ τούτου και η δική μου συνομιλούν μεταξύ τους. Εγώ περιμένω υπομονετικά να τελειώσουν. Αυτοί όμως εξακολουθούν τη συνομιλία τους σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Κάτι τα καινούργια χρωματάκια, κάτι η εικόνα του Ταξιάρχη στον τοίχο πίσω τους, κάτι το ότι είναι 1η του μήνα και αρχή μου να μην τσακώνομαι κάθε Δευτέρα και 1η του μήνα, μου δίνουν κουράγιο κι υπομονή. Το προβληματικό μου όμως ποδαράκι δυσανασχετεί και αναγκάζομαι να ψελλίσω ένα δειλό "συγγνώμη". Ω του θαύματος δύο ζευγάρια έκπληκτα μάτια στρέφονται προς το μέρος μου. "Παρακαλώ" μου λέει η υπάλληλος. "Ένα ραντεβού θα ήθελα με τον ορθοπεδικό" της λέω "Τη Δευτέρα" μου λέει "Ξέρετε έχει πρηστεί το πόδι μου..." "τη Δευτέρα κυρία μου" επαναλαμβάνει και ενώ αποχωρώ κουτσαίνοντας ακούω πίσω μου "εκτός αν είναι κάτι επείγον, τότε μπορείτε να περιμένετε και αν προλάβει ο γιατρός, μετά τα ραντεβού να σας δει, έχει καλώς". Εντάξει λέω ας περιμένω.
Πάω στο ιατρείο που δεχόταν ο ορθοπεδικός, ουρά απέξω οι ασθενείς. Άλλος με μπαστούνι, άλλο με γύψου, άλλος με πατερίτσες κι όλοι όρθιοι. Έξω από τον ορθοπεδικό μια βυσσινί καρεκλίτσα Oxi Pese Kato κι αυτή κατειλημμένη από μια εγκυμονούσα αφού δίπλα ήταν ο γυναικολόγος. Μα καλά κανένας δεν σκέφτηκε ότι έξω από το ιατρείο που θα δέχεται ο Ορθοπεδικός, θα πρέπει να υπάρχουν καρέκλες, αφού οι περισσότεροι, από αυτούς που τον επισκέπτονται, έχουν κινητικά προβλήματα. Ψυχραιμία Φερενίκη μονολογώ είναι 1η του μήνα ας μην το κάνουμε θέμα.
Καθώς περιμένω και μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνω παρατηρώ τους γύρω μου. Ξαφνικά εμφανίζεται ο κ. Διευθυντής με άλλους τρεις. Επί μισή ώρα, κι ενώ οι ταλαίπωροι ασφαλισμένοι περιμένουν έγκριση Διευθυντή, μελετούν μια βιτρίνα που βρίσκεται απέναντι από την είσοδο και στην οποία έχουν με επιμέλεια τοποθετηθεί, ως συλλεκτικά αντικείμενα και εργαλεία του ΙΚΑ προ χρηματοδότησης (γιατί ξέχασα να σας πω ότι στο τζάμι του γκισέ των ραντεβού υπάρχει αυτοκόλλητη ταμπελίτσα ότι το έργο χρηματοδοτείται κατά 80% από την Ευρωπαϊκή Ένωση). Τανάλιες, πένσες κλπ όλα σε μια βιτρίνα και η καρέκλα που με είχα κάτσει πέρσι όταν είχα πάει στον ΩΡΛ παραδίπλα.
Τέλος πάντων αφού αποφασίζουν τι γωνία θα βάλλουν (αχιβάδα ή απλή) στην κόχη της βιτρίνας αποχωρίζονται κι ο Διευθυντής κατευθύνεται προς το γραφείο του. Επιτέλους λέω ώρα για δουλειά! Δε βαριέσαι νάτος πάλι ο Διευθυντής με ένα κάδρο 1Χ1 στο χέρι και μια κυρία του Διοικητικού να συσκέπτονται για το που και πως θα κρεμαστεί, δύσκολο όμως διότι παντού υπάρχουν κάδρα (ακόμα και στο κυλικείο κάδρο με πέντε χταποδάκια λες κι ο ασφαλισμένος θα κάτσει εκεί να πιεί ουζάκια) Αφού περιφέρονται για κάμποση ώρα πάνω κάτω εξαφανίζονται και πάλι. Ήρθε όμως η σειρά μου και δεν ξέρω τι άλλο περιλάμβανε σήμερα το ιδιαίτερα φορτωμένο πρόγραμμα του κ. Διευθυντή.
Για την εξέταση, δεν θα σας πω και πολλά διότι όσοι ανήκετε σ' αυτόν τον ασφαλιστικό φορέα ξέρετε πάνω κάτω τι γίνεται. Για όσους δεν ανήκετε σ' αυτόν, ένα έχω να σας πω φανταστείτε την επίσκεψη στον ΙΚΑ, σαν επίσκεψη σε κυρία με κληρονομικό χάρισμα. Η διάγνωση μοιάζει με πρόβλεψη από κει και πέρα αν το χάρισμα είναι ισχυρό και η πρόβλεψη - διάγνωση είναι καλή αν το χάρισμα είναι μούφα, άστα να πάν...
Και φτάνουμε στο κερασάκι της τούρτας, ο κύριος με το κληρονομικό χάρισμα απεφάνθη ότι έπρεπε να κάνω τρίπλεξ αρτηριών. Η εξέταση γίνεται κι αυτή στον ΙΚΑ θα πρέπει όμως να κλείσω ραντεβού γιαυτή. «Δε θέλω να σας στεναχωρήσω» μου λέει η κυρία που αναλαμβάνει να καταγράψει το ραντεβού μου «αλλά το πιο κοντινό ραντεβού είναι για τις 2/11/09.» «Έχω δυνατότητα επιλογής» της λέω «Καμία» μου απαντά «Τότε στις 2/11/09 τα ξαναλέμε» Ευτυχώς που δεν θα είναι 1η αλλά 2 του μήνα διότι εγώ τις αρχές μου δεν τις παραβαίνω ως γνωστόν. Κι ίσως μέχρι τότε ο κ. Διευθυντής να αποφασίσει να ασχοληθεί και με τη ουσία εκτός από τη «βιτρίνα».
άρε Ζήκο
Η Αναγέννηση Στο Βορρά:
Η εξέλιξη της Αρχιτεκτονικής, της Ζωγραφικής και της Γλυπτικής στη Γερμανία σε σύγκριση με την Ιταλία
Η Γαλλοφλαμανδική Μουσική και τα επιτεύγματα των εκπροσώπων της στην πολυφωνία
της Φερενίκης Τσαμπαρλή
Το έργο τέχνης εκφράζει περισσότερα από όσα θα
ήθελε συνειδητά να πει ο δη΅ιουργός του,
συχνά και αυτός ΅ένει έκπληκτος από τα
απρόβλεπτα αποτελέσ΅ατα»
Picasso
Ο όρος «Αναγέννηση», έχει δοθεί σε μια περίοδο με πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα που καλύπτει το διάστημα από τα μέσα του 14ου έως και τον 16ο αιώνα, κύρια δε χαρακτηριστικά της είναι ο ορθολογισμός και το έντονο ενδιαφέρον για τη μελέτη και ερμηνεία της πνευματικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα η φύση και ο άνθρωπος. Ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα, επιστήμονες, φιλόσοφοι, λόγιοι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και ηγεμόνες πίστεψαν ότι, ο δρόμος προς το μεγαλείο και την ανανέωση περνούσε μέσα από τη σπουδή των επιτευγμάτων των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων[1].
Η Αναγέννηση έφτασε στο αποκορύφωμά της, στις ελεύθερες πόλεις - κράτη της Ιταλίας το 15ο αιώνα. Η σταθερή οικονομική άνθηση, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομίας από τη γεωργία, στο εμπόριο και στη βιοτεχνία, η ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας των κοινοτήτων αυτών - οι οποίες δεν δίσταζαν να πειραματίζονται αλλά και να υιοθετούν νέες ιδέες και σκέψεις - οδήγησαν στην στήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κύριοι χρηματοδότες και συμπαραστάτες τόσο των καλλιτεχνών όσο και των ανθρώπων των γραμμάτων, υπήρξαν οι ίδιες οι κυβερνήσεις και οι ηγεμόνες των πόλεων προκειμένου να τις προβάλλουν, ενώ μετά το 1450, στη χρηματοδότηση και την προστασία των τεχνών και των γραμμάτων, συμμετέχουν και οι πάπες προκειμένου να ενισχύσουν τη φήμη της Ρώμης και των παπικών κρατών[2].
Το πότε ακριβώς εκδηλώθηκε η γερμανική Αναγέννηση είναι δύσκολο να καθοριστεί[3]. Αν και ήδη από το 1500 τα επιτεύγματα της Ιταλικής αναγέννησης άρχισαν με διάφορους τρόπους να εξαπλώνονται και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είτε μέσω των σπουδαστών που κινούνταν προς τα Ιταλικά πανεπιστήμια, είτε μέσω των ιταλών ταξιδιωτών, είτε μέσω της επεκτατικής πολιτικής των ηγεμόνων των περιοχών που βρίσκονταν βορείως των Άλπεων και την προσάρτηση περιοχών που ήδη είχαν δεχθεί τις νέες ιδέες, ο αυξημένος τοπικισμός των γερμανικών πόλεων, η διαφορά του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και γενικότερα η κουλτούρα των γερμανών, που έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη θρησκεία, λειτούργησαν ως τροχοπέδη στην καθαυτό Γερμανική Αναγέννηση[4].
Στα μέσα του 14ου αιώνα οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν στην βόρεια Ιταλία, θα επιτρέψουν την δημιουργία μιας αναγεννητικής κίνησης, που ο Ιταλός ποιητής και λόγιος Φραντσέσκο Πετράρχης (1304 - 1374) θα ονομάσει Ουμανισμό. Εμπνέεται από τους αρχαίους κλασσικούς και προτείνει τη με κριτικό πνεύμα και ορθολογικές αρχές αντιμετώπιση της φύσης και της κοινωνίας καθώς και την απομάκρυνση από τη θρησκοληψία, την αμάθεια και το σκοταδισμό[5].
Από το 1460, οι ουμανιστικές ιδέες πέρασαν στις μεγάλες πόλεις της Γερμανίας ωστόσο οι γερμανοί ουμανιστές που ανέπτυξαν τη δράση τους κυρίως στα πανεπιστήμια ενδιαφέρθηκαν, όχι τόσο για τα μαθηματικά, την ιατρική και το δίκαιο -όπως οι ιταλοί συνάδελφοί τους - όσο για τα προβλήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της ηθικής. Όντας μακριά από τη Ρώμη, οι γερμανοί ουμανιστές ήταν περισσότερο πρόθυμοι από τους Ιταλούς συναδέλφους τους να άρουν τους περιορισμούς του ισχύοντος δόγματος και να έρθουν σε ρήξη με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[6].
Αν και οι Γερμανοί ουμανιστές συνέβαλλαν στη δημιουργία του απαραίτητου ιδεολογικού πλαισίου που προετοίμασε τη θρησκευτική Μεταρρύθμιση από το Μαρτίνο Λούθηρο, η ίδια η Μεταρρύθμιση υποδαύλισε πάθη μισαλλοδοξίας και εχθρότητα για το ουμανιστικό ιδεώδες, καθώς κάθε τι ανθρώπινο - γήινο και κάθε τι αρχαίο χαρακτηρίζονταν μιαρό και ειδωλολατρικό αντίστοιχα. Έτσι την ώρα που οι Ιταλοί ουμανιστές και καλλιτέχνες εξυμνούσαν τον άνθρωπο, οι γερμανοί ομόλογοί τους εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στη μικρότητά του ενώπιον του Θεού[7].
Μολονότι η επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, σε μια κοινωνία που επικρατούσε το δόγμα ότι «η γνώση ανήκει στο Θεό», βοήθησε στην πνευματική και καλλιτεχνική άνοδο των κοινωνιών της εποχής και στη διάδοση της αναγεννημένης σκέψης και στην απόκτηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας και παρόλο που, τόσο ο ίδιος ο αυτοκράτορας όσο και οι Γερμανοί πρίγκιπες και ευγενείς υποστήριξαν με θέρμη τους Ιταλούς καλλιτέχνες και στοχαστές που πήγαν στην Γερμανία, εκεί η Αναγέννηση δεν μιμήθηκε δουλικά τα ιταλικά πρωτότυπα[8].
Οι μαθηματικοί κανόνες της προοπτικής, η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης ανατομίας και των ρωμαϊκών μνημείων, που απασχόλησαν τους Ιταλούς Μαζάτσιο, Ντονατέλλο, Μπρουνελλέσκι, δεν είχαν ακόμη συμπεριληφθεί στις πνευματικές ανησυχίες των καλλιτεχνών του Βορρά.
Ενώ στην Ιταλία, η τέχνη της Αναγέννησης είχε πηγή έμπνευσης τα αρχαία ερείπια και κύριο στήριγμα το κλασικό μέτρο, η Γερμανική τέχνη παρέμεινε προσκολλημένη στη μεσαιωνική γοτθική παράδοση, αγνοώντας σε μεγάλο βαθμό, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, τα κλασικά πρότυπα. Μέσα απ'; αυτό το πρίσμα, πρέπει να μελετηθεί η Γερμανική Αναγέννηση, που εκδηλώθηκε κυρίως στη μουσική και στη ζωγραφική παρά στη γλυπτική ή αρχιτεκτονική.
Η ιταλική αναγεννησιακή αρχιτεκτονική είχε της ρίζες της στο Ρωμαϊκό παρελθόν, ενώ παράλληλα, η νέα αισθητική οικοδόμησης απηχούσε τις σύγχρονες αντιλήψεις των ανθρωπιστών. Το αποτέλεσμα ήταν, μια αρχιτεκτονική βασισμένη στη σταυροειδή κάτοψη του καθολικού και των πλαγίων κλιτών, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας ήταν: η ακρίβεια των αναλογιών, η αρμονία, η χρήση αετωμάτων, μετωπών ζωφόρων, κιονόκρανων, κιόνων, πεσσών, αψίδων, προσωπείων, μεταλλίων και συχνά τρούλου.
Οι αρχιτέκτονες, επηρεασμένοι από τις ιδέες των ουμανισμού και του νεοπλατωνισμού, επινόησαν ένα σύστημα μετρήσεων το οποίο στηριζόταν στις διαστάσεις του ανθρωπίνου σώματος (βάσει θεωριών του Βιτρούβιου) (εικ.1)[9]
Εικόνα 1
Σχέδιο του Φραντσέσκο ντι Τζόρτζιο που δείχνει το σύστημα μετρήσεων που είχαν επινοήσει οι αναγεννησιακοί αρχιτέκτονες και το οποίο στηρίζονταν στις διαστάσεις του ανθρώπου βάσει των θεωριών του Βιτρούβιου
Ενώ το τέλος του γοτθικού ρυθμού στη Φλωρεντία γίνεται με την εμφάνιση του Μπρουνελλέσκι και την εισαγωγή κλασσικών στοιχείων στα κτήριά του(εικ. 2), οι καλλιτέχνες του Βορρά, κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, παραμένουν πιστοί στη γοτθική παράδοση. Στη Γερμανία συγκεκριμένα, οι αρχιτέκτονες εξακολουθούν να καλύπτουν τα κτήριά τους με εντυπωσιακά διακοσμητικά στοιχεία και περίπλοκα δαντελωτά μοτίβα εξαντλώντας και την τελευταία δυνατότητα του γοτθικού ρυθμού, ενώ παράλληλα επιμηκύνουν τις κατασκευές αυτές τόσο σε ύψος όσο και σε μήκος (εικ. 3, 4) [10].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προτιμήσεων και εμμονών τους, ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας,(εικ. 4), ύψους 157 μέτρων (είναι η δεύτερη υψηλότερη εκκλησία της Γερμανίας μετά το ναό του Ουλμ (Ulm) και η τρίτη υψηλότερη παγκοσμίως). Χτιζόταν σταδιακά μέχρι περίπου το 1520, παρέμεινε ημιτελής μέχρι το 19ο αιώνα, όταν οι ρομαντικοί ενδιαφέρθηκαν πάλι γι'αυτόν και Τελικά το 1880, ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τα αυθεντικά γοτθικά σχέδια.
Εικόνα 2
Filippo Brunellesch
Θόλος του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας (1420 - 1436)
Εικόνα 3
Filippo Brunelleschi
Περιστήλιο του Ορφανοτροφείου Φλωρεντία (1439-1445)
Εικόνα 4
Ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας
χτίστηκε σταδιακά μέχρι περίπου το 1520
Εικόνα 5
Το Δημαρχείο της Leuven στο Βέλγιο 1448 - 1469
Εικόνα 6
To δημαρχείο της Βρύγης
Εικόνα 7
Η παλιά Καγκελαρία της Βρύγης
Arch. Jean Wallot Jean Wallot (1534 -1537)
Παρατηρώντας τα κτήρια των εικόνων 2, 3 και 4, 5 και 6 εύκολα γίνονται αντιληπτές οι μεταξύ τους διαφορές: Στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας και στο Βρεφοκομείο του Μπρουνελλέσκι κυριαρχούν μορφολογικά στοιχεία και αναλογίες που έχουν υιοθετηθεί από τα Ρωμαϊκά πρότυπά τους και οδηγούν σε μια αρμονική κομψότητα. Αντίθετα τόσο στον καθεδρικό ναό της Κολωνίας όσο και στο Δημαρχείο της Leuven και της Brugge είναι εμφανής η προσκόλληση στη γοτθική παράδοση.
Χρειάστηκε περίπου ένας αιώνας προκειμένου τα μεγάλα επιτεύγματα και οι καινοτομίες των Ιταλών της Αναγέννησης να υιοθετηθούν και στις αρχιτεκτονικές κατασκευές βορείως των Άλπεων. Στην εξέλιξη βοήθησε η επίμονη ζήτηση από τους ηγεμόνες και τους εύπορους ευγενείς και αστούς, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί την Ιταλία και ήθελαν να είναι μέσα στη μόδα[11]. Ακόμη όμως και τότε οι αρχιτέκτονες της Βόρειας Ευρώπης ακολουθούν επιφανειακά τις απαιτήσεις του νέου ρυθμού, ενώ στην ουσία προσθέτουν στο ήδη υπερφορτωμένο από γοτθικά διακοσμητικά στοιχεία κτήριο, κάποιες κλασσικές φόρμες όπως κίονες, κιονόκρανα κ.α. (εικ. 7).
Στη γλυπτική οι Ιταλοί καλλιτέχνες χάρη στην αφομοίωση των έργων της αρχαίας γλυπτικής αλλά και τις δικές τους παρατηρήσεις, πέτυχαν τη νατουραλιστική απόδοση της ανθρώπινης μορφής και της κίνησής της. Παράλληλα πλούτισαν τη θρησκευτική μέχρι τότε θεματολογία τους, με θέματα ιστορικά και μυθολογικά, ενώ για πρώτη φορά μετά την αρχαιότητα, λάξευσαν αγάλματα που ήταν ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο δομικό κατασκεύασμα σ'; όλες τους τις πλευρές. Απελευθέρωσαν έτσι τη γλυπτική από τα δεσμά της αρχιτεκτονικής και την καθιέρωσαν ως τέχνη ιδιαίτερη και συχνά, αφιερωμένη σε εγκόσμιους σκοπούς, φανερώνοντας την ανθρώπινη μορφή με όλη την ομορφιά των ανατομικών χαρακτηριστικών της, την οποία για αιώνες είχαν απαρνηθεί. Οι Ιταλοί γλύπτες της περιόδου αυτής προτιμούν το ρεαλισμό από την αλληγορία των προκατόχων τους. Μελετούν την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος ενώ δεν διστάζουν να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους ανησυχίες με αλληγορικό τρόπο ή να χρησιμοποιήσουν την αλληγορική μορφή και η χρήση της ανατομικής παραμόρφωσης για μεγαλύτερη έμφαση[12].
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των επιλογών των Ιταλών Αναγγενησιακών γλυπτών είναι τα αγάλματα των εικόνων 8 και 9 του Μιχαήλ Άγγελου. Η τέχνη του ήταν κάτι περισσότερο από τον απλό νατουραλισμό, γιατί υπέτασσε τη φύση στη δύναμη και την ώθηση των ιδεών του. Έγραφε ότι, αποσκοπούσε στην «απελευθέρωση» των «καθαρών μορφών» που είναι παγιδευμένες στην πέτρα[13].
Εικόνα 8
Μιχαήλ Άγγελος, Δαβίδ, 1501 - 1504,μάρμαρο, ύψος 5,5μ.,
Πινακοθήκη Ακαδημίας, Φλορεντία
Εικόνα 9
Μιχαήλ Άγγελος, Τάφος του Ιουλίου Β΄
περ. 1513 - 1545, Σαν Πιέτρο ιν Βίνκολι,
Ρώμη
Αντίθετα με όσα συμβαίνουν στην Ιταλία, στη γλυπτική του βορρά, αν και έγινε μια προσπάθεια να δοθούν οι μορφές με περισσότερο ρεαλισμό από ότι στη γοτθική εποχή, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα ίδια με αυτά της γλυπτικής του νότου. Οι γλυπτικές μορφές μπορεί να απέκτησαν περισσότερο βάρος, δεν απογυμνώθηκαν όμως πλήρως από τις συμβάσεις του γοτθικού ρυθμού.
Εικόνα 10
Τίλμαν Ριμενσνάιντερ, Ρετάμπλ του Αγίου Αίματος, 1501-1505, Ξύλο φλαμουριάς και πεύκου, 9 Χ 4,16 μ., Άγιος Ιάκωβος Ρότεμπουργκ
Εικόνα 11
Κεντρικό ερμάριο της εικ. 10
Το ρετάμπλ[14] του Τίλμαν Ριμενσνάιντερ (εικ. 10,11) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γλυπτού της περιόδου αυτής στις Γερμανικές περιοχές. Συγκεκριμένα, στο έργο αυτό σταθερό σημείο αναφοράς αποτελεί η συγκινησιακή ένταση των μορφών, που εκφράζεται με πρόσωπα και χειρονομίες απεγνωσμένης αλλά ταυτόχρονα ελεγχόμενης έντασης. Αν και το σύνολο της σύνθεσης φέρει μια αναγεννησιακή πνοή, δεν παύει να χαρακτηρίζεται από το ύφος του γοτθικού ρυθμού[15].
Γενικά οι γλύπτες του Βορρά αν και όπως δείχνουν κάποια στοιχεία των έργων τους γνωρίζουν εν μέρει και συμμερίζονται τις νέες τάσεις στη γλυπτική τέχνη που φτάνουν με κάθε τρόπο από το νότο, στην ουσία μέχρι σχεδόν και το τέλος του 16ου αι. λειτουργούν ως θεματοφύλακες της δικής τους παραδοσιακής τέχνης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λειψανοθήκη του Πέτερ Βίσερ, στο Σαν Σεμπάλντο (εικ. 12) όπου ενώ όλα τα διακοσμητικά στοιχεία (κίονες, αγάλματα) παραπέμπουν σε κλασσικές φόρμες, το σύνολο εξακολουθεί να αντανακλά την αισθητικής της υστερογοτθικής τέχνης[16].
Εικόνα 12
Πέτερ Βίσερ ο Πρεσβύτερος, λειψανοθήκη του St Sebaldus, 1507-1519, Νυρεμβέργη
Στον τομέα της ζωγραφικής, οι ιταλοί καλλιτέχνες εξαιτίας αφενός μεν της ανακάλυψης και συστηματοποίησης των μαθηματικών κανόνων της γεωμετρικής προοπτικής, αφετέρου δε του επιδέξιου χειρισμού του φωτός, της σκιάς και του χρώματος,[17] κατόρθωσαν να δώσουν στα έργα τους την ψευδαίσθηση του βάθους και στην ανθρώπινη μορφή πλαστικότητα και σφρίγος[18].
Στις αρχές του 15ου αι. ο Μαζάτσιο σε μια νωπογραφία που κατασκεύασε για την εκκλησία Santa Maria Novella στη Φλωρεντία (εικ. 13) χρησιμοποιώντας τους μαθηματικούς κανόνες της προοπτικής έφτιαξε μια τοιχογραφία που «έμοιαζε να έχει τρυπήσει τον τοίχο»[19]. Ενώ στο τέλος του ίδιου αιώνα ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, αντιλήφθηκε ότι η απόσταση δεν υποδηλώνεται μόνο με την κεντρική προοπτική, αλλά και με τον κατάλληλο χειρισμό του χρώματος. Έτσι δημιούργησε στα έργα του την εντύπωση του βάθους απαλύνοντας τα περιγράμματα των πιο απομακρυσμένων αντικειμένων και αποδίδοντάς τα με φωτεινότερους τόνους (εικ. 14)[20].
Εικόνα 13
Μαζατσιο, Η αγία Τριάδα με την Παναγία, τον Αγ. Ιωάννη και τους δωρητές, (1425-1428), Νωπογραφία 667 Χ317 εκ., Εκκλησία Santa Maria Novella, Φλωρεντία.
Εικόνα 14
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Παρθένος και Βρέφος με την Αγία Άννα, 1508 - 1510. Ζωγραφική σε ξύλο, 1,68 Χ 1,30 μ. Λούβρο, Παρίσι.
Σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στις Ιταλικές πόλεις η κατάκτηση της πραγματικότητας στις χώρες του Βορρά έγινε με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Συγκεκριμένα η αναπαράσταση του τρισδιάστατου χώρου από τους καλλιτέχνες του Βορρά δεν έγινε με βάση τους κανόνες της προοπτικής, αλλά εμπειρικά. Χάρη στην παρατηρητικότητα και την υπομονή τους, αλλά και στις δυνατότητες που πρόσφερε η τεχνική της ελαιογραφίας, που πρώτοι οι Φλαμανδοί ζωγράφοι χρησιμοποίησαν, ανακάλυψαν τη γραμμική και ατμοσφαιρική προοπτική, αποδίδοντας το περιβάλλον με πληθώρα λεπτομερειών[21].
Ενώ οι καλλιτέχνες του Νότου επεξεργάστηκαν μια μέθοδο με την οποία η φύση μπορεί να αποδοθεί με επιστημονική σχεδόν ακρίβεια οι καλλιτέχνες στο βορρά έφτασαν στην ψευδαίσθηση της φύσης προσθέτοντας υπομονετικά κάθε λεπτομέρεια, ώσπου η εικόνα να γίνει τελικά ένας καθρέφτης του ορατού κόσμου. Η απόδοση της λεπτομέρειας ήταν τόσο σχολαστική που απέδιδε ακόμα και υφή των εικονιζόμενων αντικειμένων. Η ανακάλυψη της ελαιογραφίας βελτίωσε την τεχνική των ζωγράφων και έδωσε καλύτερα οπτικά αποτελέσματα αφού ο καλλιτέχνης μπορούσε να δουλέψει πιο αργά και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εικόνα 15 στην οποία διακρίνουμε την με κάθε λεπτομέρεια του φυσικού περιβάλλοντος[22].
Εικόνα 15
Hans Burgkmaig, Ο Άγιος Ιωάννης στην Πάτμο, 1518, Μόναχο παλαιά πινακοθήκη
Είναι λοιπόν σαφές ότι στην πρώιμη Βορειοευρωπαϊκή Αναγέννηση, η παρατήρηση και εξερεύνηση του ατόμου και του φυσικού κόσμου έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης από ότι ένας ανανεωμένος διάλογος με την αρχαιότητα. Ο εν λόγω διάλογος απασχόλησε και το βορρά κατά τη διάρκεια του 16ου αι. αλλά οπωσδήποτε όχι με την ίδια ένταση που χαρακτήριζε την αντίστοιχη ιταλική προσπάθεια.
Ο Albrecht Durer ήταν από τους πρώτους βόρειους καλλιτέχνες που ταξίδεψε συχνά στο νότο και προσπάθησε να εφαρμόσει τους κανόνες της Αναγεννησιακής τέχνης. Μελέτησε επίπονα τη φύση και σύμφωνα με την παράδοση του Van Eyk προσπάθησε να την απεικονίσει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια (εικ. 16,17). Αυτό, όμως, που κατά κύριο λόγο τον γοήτευε ήταν το πλάσιμο του ανθρώπινου σώματος όπως γινόταν στο νότο. Πίστευε ότι η ομορφιά του ανθρώπινου σώματος στηριζόταν σε μια σειρά κανόνων, μέτρων και αναλογιών. Προσπάθησε λοιπόν να πειραματιστεί με τις αναλογίες ώστε να μπορέσει να εφεύρει τους κανόνες που χρειαζόταν(εικ. 18). Τα αποτέλεσμα των πειραματισμών του μπορεί να μην έμοιαζαν πάντοτε φυσικά όμως ήταν ο πρώτος βόρειος καλλιτέχνης που σοβαρά προσπάθησε (όχι μόνο βάση της αντιγραφής) να κατανοήσει και να κατακτήσει την νέα γνώση για την τέχνη[23].
Εικόνα 16
Albrecht Durer, Μικρός λαγός, 1502, ακουαρέλα με τονισμένα λευκά σημεία σε χαρτί, 25,1 Χ 22,6 εκ. Βιέννη, Αλμπερτίνα, Συλλογή Σχεδίων και Χαρακτικών.
Εικόνα 17
Albrecht Durer, Μεγάλο κομμάτι χορταριασμένη γη, 1503, Ακουαρέλα 41 Χ 31,5 εκ. Βιέννη, Αλμπερτίνα, Συλλογή Σχεδίων και Χαρακτικών.
Εικόνα 18
Μελέτες του Albrecht Duret για το ανθρώπινο σώμα
Η αρχαιότητα και η εκκλησία των πρώτων αιώνων γνώριζαν μόνο τη μονοφωνία. Η πολυφωνία αποτελεί την ανακάλυψη του Μεσαίωνα. Κατά το τέλος του 9ου αιώνα, βρίσκουμε την πρώτη πολυφωνία στη μορφή του Όργκανουμ (organum), στο οποίο μια καθιερώνεται η συνήθεια σε μια μελωδία του Γρηγοριανού Μέλους να προστίθεται μια δεύτερη παράλληλη φωνή σε διάστημα τετάρτης - πέμπτης πάνω ή κάτω[24].
Μετά το όργκανουμ, η εξέλιξη στην πολυφωνία έρχεται με το Ντισκάντους, που είναι ένα όργκανουμ σε γρηγορότερη κίνηση που αποκτά ρυθμό συγκρίσιμο με αυτόν της υψηλότερης φωνής[25]. Ακολουθεί το Κοντούκτους μια τρίφωνη σύνθεση θρησκευτικού περιεχομένου και το Μοτέτο όπου επάνω από το λειτουργικό μέλος προστίθενται δύο ή τρεις φωνές που ξετυλίγονται ακολουθώντας η κάθε μία διαφορετικό κείμενο με διαφορετική υπόθεση[26].
Η Αναγέννηση ως αναμορφωτική εποχή έδωσε νέα πνοή και στην τέχνη της μουσικής. Όπως ακριβώς συνέβη στις υπόλοιπες τέχνες έτσι και στη μουσική οι καλλιτέχνες άρχισαν να δίνουν στην τέχνη μια περισσότερο ανθρώπινη - κοσμική μορφή. Η αναγεννησιακή μουσική «αποκηρύσσοντας το μεσαιωνικό μυστικισμό εξελίσεται προς την κατεύθυνση της σαφήνειας, της απλότητας και της ειλικρινούς αισθησιακής γοητείας» που ήδη προϋπήρχαν στην κοσμική μουσική των γάλλων τροβαδούρων και των γερμανών ερωτοτραγουδιστών[27]. Κύριο χαρακτηριστικό της αναγεννησιακής μουσικής είναι αφενός μεν η πλήρης ανάπτυξη της πολυφωνίας που έφτασε σε ορισμένες περιπτώσεις και στις 36 και 40 φωνές. Οι μελωδίες απέκτησαν σταδιακά απλούστερες μορφές που προσδιορίζονταν από την αναπνοή των τραγουδιστών ενώ οι περίπλοκοι μεσαιωνικοί ρυθμοί απλοποιήθηκαν επίσης, αφετέρου δε το ότι σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις εικαστικές τέχνες η παγκόσμια μουσική πρωτοπορία βρίσκεται βόρεια Γαλλία και στη Φλάνδρα (το σημερινό Βέλγιο)[28].
Πολλοί μελετητές τοποθετούν την αρχή της αναγέννησης στη μουσική γύρω στο 1420 με τον Guillaume Dufay και τη γενίκευση της χρήσης συνηχήσεων σε διαστήματα τρίτης και έκτης, ενώ άλλοι γύρω στα 1500 με τον Josquin και την ανθρωπιστική μεταχείριση του κειμένου, σύμφωνα με το ευρύτερο πνεύμα της Αναγέννησης.
Κύριοι εκπρόσωποι της γαλλοφλαμανδικής πολυφωνικής μουσικής ήταν: Ο John Dunstable (1380 - 1453 περ.) στην Αγγλία και ο Guillaume Dufay (1400 - 1474 περ.), που διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην αυλή του Δούκα της Βουργουνδίας, οι οποίοι συμβάλλουν στο πέρασμα από την ύστερη γαλλική εποχή στη νέα μουσική της Αναγέννησης με κυρίαρχο δομικό συστατικό της σύνθεσης τη μίμηση. Ο Gilles Binchois (1400 - 1460) κύριος συνθέτης της Αυλής της Βουργουνδίας στη Ντιζόν, και κυριότερος εκφραστής των γαλλικών κοσμικών τραγουδιών ή chanson. Ο J. Ockeghem (1420 - 1495), που ονομάστηκε από τους σύγχρονούς του «Πρίγκιπας της Μουσικής» εξαιτίας του ότι χειρίζεται τη μιμητική αντίστιξη με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, και οι Jacob Obrecht (1452 - 1505) και Heinrich Isaac (1450 - 1517) που διακρίθηκαν για την άνεσή τους να προσαρμόζονται τόσο στα θρησκευτικά όσο και στα κοσμικά ύφη αλλά και να ενσωματώνουν κοσμικά στοιχεία στην εκκλησιαστική μουσική και αντίστροφα. Ο Josquin Des Prez (1450 - 1521), ο πιο σημαντικός συνθέτης της εποχής του η μουσική του μεγαλοφυία συγκρίνονταν με αυτή του Μιχαήλ Άγγελου, έγραψε κυρίως λειτουργίες, μοτέτα και chansons. Η μουσική του έχει σαφή περιγράμματα, ενώ τα επιμέρους τμήματα υπογραμμίζονται με πτώσεις που προετοιμάζονται με καλά υπολογισμένες διαδοχές συγχορδιών, ενώ παράλληλα διακατέχεται από τις αξίες της καθαρότητας, της διαφάνειας και συντομίας. Η γαλλοφλαμανδική πολυφωνική μουσική φτάνει στο απόγειό της, ιδίως με το έργο του Orlando di Lasso (1532 - 1594)[29].
Τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα των αναγεννησιακών κοινωνιών, όπου ο ορθολογισμός και η επιστημονική διερεύνηση αντικαθιστούν τη θεοκρατία κι ο άνθρωπος επανακτά την εμπιστοσύνη στις αισθήσεις του που η παράδοση και οι αυθεντίες είχαν καταστείλει, στην ουσία θέτουν τα θεμέλια της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας.
Art Book, Durer, επιμ. Γαλάνης Λάμπρος, μτφρ. Δάφνη Νατ., εκδ. Ημερησία, Αθήνα 2006.
Berger John, Αλμπρεχτ Ντύρερ, μτφρ. Αντώνης Μπίκος, εκδ. Γνώση
Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006
Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ. Αθήνα 1994
Headington Christofer, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής, μτφρ. Δραγούμης Μάρ., εκδ. Gutemberg, Αθήνα 2000, τ. Α.
Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998
Jeffrey Chipps Smith, Η Αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη, μτφρ. Βετσοπούλου Ιωάννα, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2005
Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005
Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996
Zuffi Stefano - Giorgi Rosa, Ιστορία της τέχνης 14ος -20ος αιώνας, μτφρ. Ξανθάκης Γιάν. κ.α., επιμ. Καρδάσης Βασίλης, εκδ. Μοτίβο εκδοτική ΑΕ, τομ. V.
1. Ritchie Robert, Ιστορικός Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθαν.
Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.18.
5. Jeffrey Chipps Smith, Η αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη, σελ. 76
8. Michelangelo David (1501-1504) http://commons.wikimedia.org/wiki/Michelangelo
9. Michelangelo Mosses (1513-1545)
http://commons.wikimedia.org/wiki/Michelangelo
10. Tilman Riemenschneider (1500-1504)
http://www.punctum.com/kirche/konfi/art/hblut.htm
11. Tilman Riemenschneider (1500-1504) http://www.sharecom.ca/fenton/riemenschneider.html
12. Peter Vischer the Elder (1507-1519)
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/ef/Sebald-Grab.jpg
15. Jan van Eyck (1385-1441)
http://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Jan_van_Eyck
16. Berger John, Αλμπρεχτ Ντύρερ, μτφρ. Αντώνης Μπίκος, εκδ. Γνώση
17. Berger John, Αλμπρεχτ Ντύρερ, μτφρ. Αντώνης Μπίκος, εκδ. Γνώση
18. Allister Neher, Albrecht Dόrer and Nicholas Cusanus: the Real, the Ideal, and the Quantification of the Body http://www.uqtr.uquebec.ca/AE/Vol_11/libre/Neher.htm
[1] Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ. 6-7, 10-11, 14-17 και Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ.97-98.
[2] Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 100-101.
[3] Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 130.
[4] Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 128-130.
[5] Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.14-15.
[6] Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.94-95 και Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 128-130.
[7] Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 128-130 και Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ. 152.
[8] Ritchie Robert, Ιστορικό Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθανάσιος, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.96-97 και 152.
[9] Ritchie Robert, Ιστορικός Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθαν. Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.18 και σελ. 38 και Burns E. M., Ευρωπαϊκή Ιστορία, Επιμ. Ι. Σ. Κολιόπουλος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σελ.123
[10] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ. 269-273 και Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 349-352
[11] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.341-342.
[12] Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 423.
[13] Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 426-427 και Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.307.
[14] Στις γερμανόφωνες χώρες, αφενός η εύκολη πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας πετρώματα και ξύλα, αφετέρου η πλούσια μεσαιωνική γλυπτική παράδοση επικρατούσε μια ιδιαίτερη αισθητική επιλογή στις θρησκευτικές απεικονίσεις: τα ανάγλυφα έργα βωμού (ρεταμπλ). Jeffrey Chipps Smith, Η Αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη, μτφρ. Βετσοπούλου Ιωάννα, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2005, σελ. 180-181
[15] Zuffi Stefano - Giorgi Rosa, Ιστορία της τέχνης 14ος -20ος αιώνας, μτφρ. Ξανθάκης Γιάν. κ.α., επιμ. Καρδάσης Βασίλης, εκδ. Μοτίβο εκδοτική ΑΕ, τομ. V, σελ. 94-95.
[16] Zuffi Stefano - Giorgi Rosa, Ιστορία της τέχνης 14ος -20ος αιώνας, μτφρ. Ξανθάκης Γιάν. κ.α., επιμ. Καρδάσης Βασίλης, εκδ. Μοτίβο εκδοτική ΑΕ, τομ. V, σελ. 122-123.
[17] Το sfumato και η ατμοσφαιρική προοπτική ήταν δύο ευρήματα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, που σχετίζονται με τον χειρισμό του φωτός, της σκιάς αλλά και της καλύτερης απόδοσης της απόστασης. Το sfumato στην ουσία καταργεί τα έντονα περιγράμματα και χρησιμοποιεί απαλές τονικές διαβαθμίσεις που επιτρέπουν στις φόρμες να σβήνουν η μία μέσα στην άλλη. Η ατμοσφαιρική προοπτική είναι η απόδοση του βάθους με τον κατάλληλο χειρισμό των χρωμάτων Τα περιγράμματα των πιο απομακρυσμένων αντικειμένων είναι απαλά και σβηστά ενώ τα ίδια τα αντικείμενα αποδίδονται με φωτεινότερους τόνους.
[18] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.288.
[19] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.229.
[20] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.293-302 και Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 415-417.
[21] Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 377.
[22] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.235-245 και Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 377-380.
[23] Combrich E. H., Το χρονικό της τέχνης, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.. σελ.342-350 και Honour Hugh - Fleming John, Ιστορία της τέχνης, εκδ. Υποδομή, Αθήνα 1998, σελ. 401-405 και Jeffrey Chipps Smith, Η Αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη, μτφρ. Βετσοπούλου Ιωάννα, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2005, σελ. 249-253 και John Berger, Αλμπρεχτ Ντύρερ, μτφρ. Αντώνης Μπίκος, εκδ. Γνώση και Art Book, Durer, επιμ. Γαλάνης Λάμπρος, μτφρ. Δάφνη Νατ., εκδ. Ημερησία, Αθήνα 2006.
[24] Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996, σελ. 74 και Headington Christofer, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής, μτφρ. Δραγούμης Μάρ., εκδ. Gutemberg, Αθήνα 2000, τ. Α., σελ. 61-62.
[25] Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996, σελ. 74 και Headington Christofer, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής, μτφρ. Δραγούμης Μάρ., εκδ. Gutemberg, Αθήνα 2000, τ. Α., σελ. 66.
[26] Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996, σελ. 76 και Headington Christofer, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής, μτφρ. Δραγούμης Μάρ., εκδ. Gutemberg, Αθήνα 2000, τ. Α., σελ. 67.
[27] Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996, σελ.80 -95.
[28] Machlis Joseph - Forney Kristine, Η απόλαυση της μουσικής, μετφ. - επιμ. Πυργιώτης Δημ., εκδ. Fagotto books, Αθήνα 1996, σελ.94-95.
[29] Headington Christofer, Ιστορία της Δυτικής Μουσικής, μτφρ. Δραγούμης Μάρ., εκδ. Gutemberg, Αθήνα 2000, τ. Α., σελ.79-106.
"Ο Λεσβιακός τύπος και οι δημιουργοί του (24 Αυγούστου 1864 - 31 Μαρτίου 2008)"
«Σαλαμοποίηση » ή επιστημονική καταγραφή?
της Φερενίκης Τσαμπαρλή
Πριν λίγες μέρες έφτασε στα χέρια, μου σε φωτοτυπία, ένα απόσπασμα του βιβλίου του κ. Κ. Μίσσιου με τίτλο "Ο Λεσβιακός τύπος και οι δημιουργοί του (24 Αυγούστου 1864 - 31 Μαρτίου 2008)" και συγκεκριμένα οι σελίδες 343 -344. Στις σελίδες αυτές καταγράφονται οι πληροφορίες που ο κ. Μίσσιος συγκέντρωσε, δεν γνωρίζω την πηγή, για την εφημερίδα «Η ναυτοδηγός» που το 1987 όντας αρχηγός της ομάδας Ναυτοδηγών του Τ.Τ. Μυτιλήνης κι ενώ την περίοδο αυτή εργαζόμουν στο τυπογραφείο του Γιάννη Πασπάτη εξέδωσα με την και για την ομάδα μου. Οι ανακρίβειες του συγκεκριμένου λήμματος, με οδήγησαν στην αγορά του βιβλίου αυτού, προκειμένου να δω περί τίνος επρόκειτο.
Τον κ. Μίσσιο δεν τυχαίνει να τον γνωρίζω προσωπικά και βέβαια ούτε και αυτός εμένα, αν και αναφέρεται στο όνομά μου[1], ως Υπεύθυνη Σύνταξης του 1ου φύλλου της Εφημερίδας «Η Ναυτοδηγός». Σύμφωνα με την επιστημονική πρακτική, γνωστή τοις πάσι, η έρευνα για να είναι απόλυτα τεκμηριωμένη θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από έγκυρες, πρωτογενείς και κυρίως διασταυρωμένες πηγές. Και είναι επίσης γνωστό ότι, η συγκρότηση των πηγών και των πληροφοριών είναι απόρροια επιλογών και προτιμήσεων, ακόμα και ενδεχόμενων αποσιωπήσεων και διαστρευλώσεων καθώς επίσης και φορέας ιδεολογικών και ιδεολογηματικών θέσεων.
Ο ερευνητής λοιπόν οφείλει να αντιμετωπίζει την εκάστοτε πηγή - πληροφορία με επιφύλαξη εξαντλώντας τα μέσα του έλλογου, κριτικού ή άλλου ελέγχου. Η καταγραφή, αποτίμηση, επιλογή ή απόρριψη, αξιοποίηση και ερμηνεία τους πρέπει να διέρχεται από διάφορα στάδια επεξεργασίας και ελέγχου, από δε τα «συμπεράσματα» θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκλείονται οι θυμικές διαστάσεις του συμπεραίνοντος καθώς κάτι τέτοιο κείται εκτός επιστήμης: Η υπεύθυνη σύνταξης της «Ναυτοδηγού» βρίσκεται εν ζωή και εκτιμώ ότι ο κ. Μίσσιος κάλλιστα θα μπορούσε να απευθυνθεί σε αυτή για την όποια ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο, το λόγο και τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε η συγκεκριμένη έκδοση.
Ο συγγραφέας αναφερόμενος στην εν λόγω εφημερίδα, καταγράφει παντελώς ανακριβή στοιχεία ιδιαίτερα όσον αφορά στη δημιουργό του εντύπου, γεγονός που εντοπίστηκε και σε άλλη σελίδα του βιβλίου του. Ανακρίβειες επίσης εντοπίστηκαν και από άλλους Λέσβιους ερευνητές, με τους οποίους είχα την ευκαιρία να συζητήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο.
Είναι θεμιτό για τον κάθε άνθρωπο να «κοιτά ψηλά». Ωστόσο ο ερευνητής που θέλει το έργο του να στηρίζεται σε γερά θεμέλια και να αντέχει στον επιστημονικό έλεγχο, αντιπαρέρχεται των όποιων προσωπικών φιλοδοξιών και σκοπιμοτήτων των ανθρώπων από τους οποίους συλλέγει τις πληροφορίες του, διασταυρώνοντάς τες, όχι μια, όχι δύο αλλά χίλιες φορές.
Δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι ο κ. Μίσσιος έκανε μια γενναία προσπάθεια καταγραφής του Λεσβιακού Τύπου και των Δημιουργών του από το 1864 έως το 2008, ωστόσο παραμένει αμφίβολη και πραγματικά αδικεί την προσπάθεια του η διαστάυρωση και τεκμηρίωση ενός θέματος με τόσο ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους Λεσβίους.
Θεωρώ ότι ο κ. Μίσσιος κατανοεί το σκοπό και το πνεύμα της παρούσης και εκτιμώ ότι μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα θα πράξει τα δέοντα.
[1] Στο πρόσωπό μου ο κ. Μίσσιος αναφέρεται δύο φορές στο βιβλίο του, αν και ο ίδιος δεν το γνωρίζει, καθώς τη μία φορά με αναφέρει με το πράγματικό μου όνομα (Φερενίκη Τσαμπαρλή σελ. 343) και την άλλη με κάποιο άλλο που η προφορική πηγή του, του έδωσε (Φερενίκη Τσορμπατζή σελ 13).
Οι Σοφιστές εμφανίζονται στην Ελλάδα τον 5ο αιώνα π.Χ. Η εμφάνισή τους συχνά συνδέεται με την άνθηση και τη διδασκαλία της ρητορικής και φαίνεται πως σε αρκετές περιπτώσεις η φήμη τους προήλθε από την επιτυχία τους σε επιδεικτικούς λόγους που εκφωνούσαν δημόσια στις πανελλήνιες γιορτές. Ωστόσο θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι η διδασκαλία τους περιορίστηκε στη ρητορική. Τα σωζόμενα κείμενά τους περιλαμβάνουν σημαντικές ηθικές, πολιτικές, ανθρωπολογικές και γνωσιολογικές απόψεις, ενώ ή ενασχόλησή τους με την τέχνη του λόγου οδηγεί στη διατύπωση των πρώτων ζητημάτων στη φιλοσοφία της γλώσσας. Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ενδιαφέροντά τους στρέφονται σε πιο τεχνικά ζητήματα (π.χ. αστρονομία, αριθμητική, γεωμετρία, γραμματική, καλές τέχνες). Η επαγγελματική ωστόσο, ενασχόληση πολλών από τους Σοφιστές με τη ρητορική θεωρείται, σε πολλές περιπτώσεις, υπεύθυνη για το ενδιαφέρον τους για τη γλώσσα και τη λειτουργία της.
Η ομαδοποίηση τους κάτω από ένα κοινό όνομα (Σοφιστές) αποτελεί προϊόν της παρουσίασης τους από μεταγενέστερους φιλοσόφους, συχνά σε πολεμικά συμφραζόμενα. Τα κριτήρια που παραδοσιακά έχουν χρησιμοποιηθεί για να ορίσουν τι είναι οι Σοφιστές στις μέρες μας τίθενται υπό αμφισβήτηση: ο όρος «σοφιστής» δεν χρησιμοποιείται τον 5ο αιώνα μόνο για τους Σοφιστές, ούτε η διδασκαλία επί πληρωμή αναφέρεται σε όλους τους Σοφιστές καθώς υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι που αμείβονταν για «πνευματική» εργασία. Τέλος ο χαρακτήρας του περιοδεύοντος δασκάλου - ο οποίος πάλι δεν ανταποκρίνεται σε όλα τα πρόσωπα - ίσως δεν έχει να κάνει τόσο με την ιδιαιτερότητα του «επαγγέλματος» όσο με την γενικότερη κινητικότητα των τόπων από τους οποίους προέρχονταν και της εποχής στην οποία ζούσαν.
Επιφυλάξεις διατυπώνονται επίσης για τη σχέση των Σοφιστών με την αθηναϊκή δημοκρατία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εμφάνιση των Σοφιστών ευνοείται από τους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας και τις δυνατότητες που αυτοί προσέφεραν στον κάθε πολίτη να επηρεάσει, με τη δύναμη του λόγου, τη διαμόρφωση πολιτικών αποφάσεων. Η διδασκαλία της ρητορικής τέχνης απαντούσε σε αυτή ακριβώς την ανάγκη, καθώς η παλαιότερη, αριστοκρατική αντίληψη, κατά την οποία η φύση (κληρονομικότητα) ήταν υπεύθυνη για τη διαιώνιση της πολιτικής αρετής στο εσωτερικό των ίδιων οικογενειών έχανε τη μάχη. Το ότι η αρετή μπορούσε και έπρεπε να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας και να απευθυνθεί σε όλους τους ανθρώπους εξασφάλιζε, αλλά και προϋπέθετε την κινητικότητα μεταξύ κοινωνικών στρωμάτων ταυτόχρονα όμως καθιέρωνε την παρουσία δασκάλων που ήταν (ή έλεγαν ότι ήταν) σε θέση να φέρουν εις πέρας μια τέτοια διδασκαλία. Οι Σοφιστές ωστόσο δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως φαινόμενο της αθηναϊκή δημοκρατίας, αφού πολλοί από αυτούς συνέρρευσαν στην Αθήνα από διαφορετικά μέρη. Ως κοινή τάση στη διδασκαλία των Σοφιστών - η οποία και πάλι δεν τους διαφοροποιεί από άλλες ομάδες, όπως οι γιατροί - μπορεί κανείς να εντοπίσει το ενδιαφέρον τους για τη γνώση που αποκτά κανείς μέσα από την εμπειρία.
Βιβλιογραφία
Βιρβιδάκης κ.α., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: απο την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Εκδ. Εαπ, Πάτρα 2000
Πρωταγόρας
Ο Πρωταγόρας γεννήθηκε στα Άβδηρα, γύρω στο 485 π.Χ.. Δίδαξε ρητορική σε πολλές ελληνικές πόλεις, αλλά κυρίως στην Αθήνα, όπου έζησε στον περιβάλλον του Περικλή. Υποστήριξε ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια σύμφυτη στα πράγματα και έγκυρη για όλους και ότι η πολιτική πρόοδος επιτυγχάνεται μέσω των πρακτικών τεχνών (οι οποίες επιτρέπουν στον άνθρωπο να ξεπεράσει τις υλικές δυσχέρειες) και μέσω της τέχνης της πολιτικής (η οποία ρυθμίζει τη συμβίωση των ανθρώπων). Για τον Πρωταγόρα, την τέχνη αυτή την κατέχουν ως ένα βαθμό όλοι οι άνθρωποι. Πρόκειται για τέχνη που σχεδόν συμπίπτει με την τέχνη του λόγου (ρητορική).
Η περίφημη ρήση του «για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, και για όσα υπάρχουν και για όσα δεν υπάρχουν» με την οποία ξεκινούσε κάποιο έργο του με τίτλο Αλήθεια ή Καταβάλλοντες Λόγοι, οδηγεί σε ένα πολύ προκλητικό συμπέρασμα, το οποίο για πολλούς εγκαινιάζει την παράδοση του σχετικισμού: όλες οι υποκειμενικές αντιλήψεις ευσταθούν. Όπως διατυπώνεται η πρόταση μπορεί να δεχτεί πολλές ερμηνείες ως προς την εμβέλεια των πραγμάτων που θεωρούνται υποκειμενικά. Οι ερμηνείες αυτές είναι ανάλογες με τις απαντήσεις που θα δώσει κανείς στα ακόλουθα ερωτήματα:
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα προκύπτουν από τα κείμενα μέσα στα οποία παραδίδεται η άποψη του Πρωταγόρα. Η πιο εκτενής έκθεση της σκέψης του που έφτασε ως τα χέρια μας είναι ο Θεαίτητος του Πλάτωνα. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφει ο Πλάτωνας, θα μπορούσε κάποιος να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τα πράγματα στα οποία αναφέρεται ο Πρωταγόρας είναι τα αισθητά. Ορισμένοι μάλιστα έχουν θεωρήσει τον Πρωταγόρα πρόδρομο των αισθητηριακών αντιλήψεων σύμφωνα με τις οποίες η γνώση βασίζεται στα δεδομένα των αισθήσεων. Όμως γνωρίζοντας ότι ο Πλάτων συνηθίζει να προσαρμόζει τις θεωρίες άλλων στοχαστών στις ανάγκες των δικών του επιχειρημάτων και ότι στο Θεαίτητο προτεραιότητά του είναι να εξετάσει την άποψη ότι η γνώση προέρχεται από τις αισθήσεις, ο περιορισμός της θεωρίας του Πρωταγόρα στα αισθητά κατά κάποιον τρόπο «βολεύει». Στην πραγματικότητα ο Πρωταγόρας με τον όρο «πράγματα» δεν πρέπει να εννοούσε μόνο τα αισθητά, αλλά κάθε κρίση που μπορεί να εκφέρει ένα υποκείμενο για οποιοδήποτε ζήτημα.
Σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα επικρατέστερη είναι η ερμηνεία ότι ο Πρωταγόρας δεν αναφέρεται στο γένος των ανθρώπων αλλά σε διαφορετικούς ανθρώπους. Η διεύρυνση όμως του πληθυσμού των πραγμάτων οδηγεί σε ένα πρόβλημα σε σχέση με τη σημασία του ανθρώπου στη θέση του Πρωταγόρα: αν δεχτούμε ότι μιλάμε για διαφορετική αντίληψη από διαφορετικούς ανθρώπους τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι διαφορετικοί άνθρωποι θα έχουν διαφορετική αντίληψη και για πράγματα (ζητήματα) όπως το δίκαιο, το ωφέλιμο κ.α. και άρα η γνώση καθορίζεται από το υποκείμενο που αντιλαμβάνεται και σκέπτεται και δεν υπάρχουν γενικά κριτήρια, με βάση τα οποία μπορούμε να διακρίνουμε το αληθινό και το ψευδές. συνεπώς καθώς κάθε λόγος αντιστοιχεί σε μια υποκειμενική εμπειρία, η οποία είναι ισοδύναμη από πλευρά αλήθειας με όλες τις άλλες, τότε αφενός μεν η παρουσία σοφών ανθρώπων, όπως ο ίδιος ο Πρωταγόρας είναι περιττή, αφετέρου δε δεν μπορούν να δικαιολογηθούν όσα ασπάζεται από κοινού η ίδια η πόλη. Για την περίπτωση αυτή ο Πρωταγόρας θα όφειλε να πει ότι αυτό που τελικά έχει ισχύ δεν είναι η υποκειμενική δοξασία κάθε ατόμου, αλλά η κοινή γνώμη, η οποία διαμορφώνεται σε κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από μια συγκεκριμένη ανθρώπινη κοινότητα.
Ο σχετικισμός ωστόσο του Πρωταγόρα δεν είναι τόσο ριζικός, ώστε να θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη των πραγμάτων που βρίσκονται γύρω μας (όπως ο αέρας) αλλά πιο περιορισμένος στις εκτιμήσεις που κάνουμε για τα πράγματα που με έναν αντικειμενικό τρόπο υπάρχουν γύρω μας.
Αυτό λοιπόν που ισχυρίστηκε είναι το εξής: τα πράγματα που υπάρχουν γύρω μας, με αντικειμενικό τρόπο (αέρας), και που κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν, υπάρχουν για τον καθένα από εμάς με έναν διαφορετικό τρόπο (ψυχρός, θερμός κλπ) και κατ'; αυτή την έννοια, είναι για τον καθένα από εμάς κάτι διαφορετικό (για άλλους ψυχρός, για άλλους θερμός κλπ) όχι όμως για τον καθένα άλλο (για άλλους αέρας και για άλλους νερό).
Η θέση λοιπόν του Πρωταγόρα ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο για όλα τα πράγματα θεμελιώνει το σχετικισμό, στη σφαίρα της γνωσιολογίας, αν και εκφράζονται επιφυλάξεις για το κατά πόσο πρόθεση του Πρωταγόρα ήταν να εισηγηθεί μια νέα ριζοσπαστική θεωρία για τη γνώση ή απλώς να καταρρίψει τις απόψεις παλαιότερων φιλοσόφων, όπως ο Παρμενίδης.
Ο Πρωταγόρας εκτός όλων των άλλων διατύπωσε και ένα πρωτότυπο επιχείρημα για την ύπαρξη των θεών, το οποίο σύμφωνα με την παράδοση, οδήγησε τον ίδιο στην εξορία και τα βιβλία του στην πυρά:
«Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά τα όσα εμποδίζουν να γνωρίζουμε από τη μια το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής.»
Αυτό που κυριαρχεί στο επιχείρημα αυτό του Πρωταγόρα δεν είναι η αμφισβήτηση της ύπαρξης των θεών αλλά η αμφισβήτηση της γνώσης που εμείς ως άνθρωποι μπορούμε να έχουμε γι'; αυτούς. Μπορεί δηλαδή ο Πρωταγόρας με τα κριτήρια των συγχρόνων του να εμφανιζόταν πράγματι ως «άθεος», εμείς, ωστόσο οφείλουμε να διακρίνουμε τη σκεπτικιστική του στάση, η οποία πολύ πιθανόν να απορρέει από τις γνωσιολογικές του απόψεις, παρά από την πλήρη άρνηση της ύπαρξής τους.
Σε σχέση με τους νόμους για τον Πρωταγόρα δεν υπάρχει απόλυτο καλό και απόλυτη δικαιοσύνη, που να μπορούν να έχουν ισχύ οριστικού κανόνα για τις ηθικο-πολιτικές πράξεις. Όμως, το μέτρο του δικαίου και του καλού δεν είναι όπως στην περίπτωση της αλήθειας και των θεών, το μεμονωμένο άτομο, αλλά ολόκληρη η κοινότητα στην οποία αυτό ανήκει. Δίκαιο, επομένως, είναι ό,τι φαίνεται δίκαιο στην πόλη- κράτος ή στην πλειοψηφία της. Σε πολιτικό πλαίσιο δίκαιο είναι ό,τι ωφελεί την πόλη και αποσπά την ευρύτερη δυνατή συναίνεση των κυβερνωμένων
Βιβλιογραφία
Vegetti Mario, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2003.
Βιρβιδάκης κ.α., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: απο την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Εκδ. Εαπ, Πάτρα 2000.
Γοργίας
Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι Σοφιστές συνέβαλαν σημαντικά στη διδασκαλία και στη θεωρητική θεμελίωση της ρητορικής. Σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες η γένεση της ρητορικής τοποθετείται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. στη Σικελία και τη συνδέουν με τις πολλές δίκες που έγιναν εκεί την εποχή αυτή. Ο Γοργίας γεννήθηκε στους Λεοντίνους, της Σικελίας, γύρω στο 485 π.Χ. και ήταν μαθητής του Εμπεδοκλή. Σύμφωνα με αυτόν, οι επιστήμονες και οι ειδικοί ή αποτυγχάνουν στην προσπάθεια τους να επιβάλλουν τις θέσεις τους ή αν επιτύχουν αυτό οφείλεται στο ότι χρησιμοποιούν το λόγο της πειθούς, δηλαδή το ρητορικό λόγο.
Για το Γοργία η ικανότητα της πειθούς είναι αποφασιστική για κάθε τομέα της ζωής της πόλης. Η ρητορικής είναι η πιο αναγκαία μορφή γνώσης για οποιονδήποτε θέλει να ζήσει ή να δράσει στα πλαίσια της πόλης. Ο ρήτορας και ο πολιτικός, όχι ο επιστήμονας κι ο τεχνικός, κατέχουν τα κλειδιά που ανοίγουν όλες τις πύλες της πόλης. Το πιο αντιπροσωπευτικό κείμενο του για αυτό τον ισχυρισμό είναι το Ελένης Εγκώμιον. Πρόκειται για ένα κείμενο με το οποίο ο συγγραφέας, επιδεικνύει τη ρητορική του δεινότητα, θέλοντας να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει το «ακατόρθωτο», να υποστηρίξει, δηλαδή, ότι η Ωραία Ελένη δεν είναι υπεύθυνη για τον Τρωϊκό Πόλεμο. Αναπτύσσοντας τη συλλογιστική του ο Γοργίας εξετάζει το ενδεχόμενο η Ελένη να «παρασύρθηκε» όπως θα λέγαμε, με τα λόγια. Ο λόγος για τον οποίο σε αυτή την περίπτωση η κατηγορουμένη είναι αθώα είναι απλός: η βία του λόγου δεν διαφέρει και τόσο από την πραγματική βία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι μπορεί να πείθονται παρά τη θέλησή τους.
Ο λόγος που ο Γοργίας τον χαρακτηρίζει «μεγάλο δυνάστη» είναι κάτι που έρχεται στον δέκτη απέξω. Ο ρήτορας με τους κατάλληλους χειρισμούς καλλιεργεί στον δέκτη μια ορισμένη ψυχολογική κατάσταση με αποτέλεσμα ο δεύτερος να συμπεριφέρεται όπως ο άρρωστος που ακολουθεί πειθήνια μια ιατρική αγωγή παίρνοντας τα φάρμακα που ο γιατρός του προτείνει για τη συγκεκριμένη θεραπεία Όμως όπως για μια ασθένεια δεν υπάρχει ένα φάρμακο ή επιλογή άλλου σκευάσματος επιφέρει διαφορετικά αποτελέσματα ή κάθε ασθενής αντιδρά διαφορετικά σε κάθε αγωγή έτσι δεν υπάρχει και ένας «αντικειμενικά» σωστός (ή ορθός λόγος), ο οποίος απευθύνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους.
Στο σύστημα αξιών του Γοργία η αλήθεια υποχωρεί για χάρη της αποτελεσματικότητας και εν τέλει της επιτυχίας του λόγου. Αυτό που ενδιαφέρει το ρήτορα δεν είναι τι λέγεται αλλά το αποτέλεσμα αυτού που λέγεται όπως λέγεται. Στο έργο του Περί του Μη Όντος ή Περί Φύσεως χρησιμοποιώντας επιχειρήματα ελεατικού τύπου υποστήριξε:
· Δεν υπάρχει τίποτε
· Ακόμη κι αν υπήρχε κάτι, δεν θα μπορούσαμε να το γνωρίσουμε
· Ακόμη κι αν μπορούσαμε να το γνωρίσουμε, δεν θα μπορούσαμε να μεταδώσουμε στους άλλους τη γνώμη μας γι'; αυτό.
Ο Γοργίας επομένως υποστήριζε ότι: η δύναμη της ρητορικής δεν περιορίζεται από κάποια φυσική αλήθεια, διότι απλούστατα τέτοια αλήθεια δεν υπάρχει. Οι λέξεις δεν αντιστοιχούν στα πράγματα μα κι αν ακόμα αντιστοιχούσαν δεν θα μπορούσαν να μεταφέρουν την ίδια αυτή αντιστοιχία από ομιλητή σε ομιλητή διότι σύμφωνα με αυτόν ένα σωστά διαρθρωμένο επιχείρημα, μια εύλογη εικασία, μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά όταν δεν υπάρχουν πραγματικοί μάρτυρες. Η εύλογη εικασία αντικαθιστά την πραγματική μαρτυρία ενός ανθρώπου που τα λεγόμενά του παρουσιάζονται με άτεχνο τρόπο και δεν είναι πειστικός. Το πρόβλημα βέβαια σε αυτή την περίπτωση είναι ότι η αλήθεια επισκιάζεται από την αληθοφάνεια, ωστόσο στο πλαίσιο των δημοκρατικών θεσμών, οι μαγικές ικανότητες του λόγου αποκτούσαν πολύ συγκεκριμένη πρακτική εφαρμογή. Ο ρήτορας είναι σε θέση να προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις αντιδράσεις του ακροατηρίου του κι αυτή η δυνατότητα εξαργυρώνεται θαυμάσια στις λαϊκές συνελεύσεις της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Βιβλιογραφία
Vegetti Mario, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2003.
Βιρβιδάκης κ.α., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: απο την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Εκδ. Εαπ, Πάτρα 2000.
Δημόκριτος ο Αβδηρίτης
Ο Δημόκριτος γεννήθηκε στα Άβδηρα γύρω στο 460 π.Χ. Φέρεται ως συγγραφέας πολλών έργων που κάλυπταν ποικίλες θεματικές περιοχές: μαθηματικά, φυσική, αστρονομία, ψυχολογία, ηθική, μουσική, ιατρική. Παρ'; όλο που οι αρχαίες μαρτυρίες αναφέρουν ως εισηγητή της ατομικής θεωρίας τον Λεύκιππο, καμία ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της διδασκαλίας του δεν σώζεται. Το αντίθετο συμβαίνει με τον φερόμενο ως μαθητή του Δημόκριτο στον οποίο παραπέμπουν όλες οι πηγές που έχουν σημασία για την ανασυγκρότηση της ατομικής φιλοσοφίας.
Ο Δημόκριτος, βρίσκεται όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και πνευματικά στο αντίθετο άκρο από το Σικελό Εμπεδοκλή. Όσο η σκέψη του τελευταίου χαρακτηρίζονταν από μιαν ισχυρή θρησκευτική τάση και ήταν ριζωμένη στην πυρετώδη κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα της Σικελίας, τόσο η φυσιογνωμία του Δημόκριτου έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ψυχρού και εγκρατούς επιστήμονα, του ουσιαστικά, αδιάφορου τόσο για τα θρησκευτικά προβλήματα όσο και για τις κοινωνικές συγκρούσεις και τα πολιτικά οράματα.
Άτομα και κενό
Η ατομική θεωρία συμμερίζεται την ελεατική απόρριψη της γένεσης και φθοράς των όντων και αποπειράται να εξηγήσει τις αλλαγές που παρατηρούμε στον κόσμο ως αναδιατάξεων των συστατικών και αναλλοίωτων στοιχείων των πραγμάτων. Οι Ατομικοί αποδέχονται μεν την ταύτιση του μηδενός και κενού, πειθαρχούν ωστόσο στα δεδομένα της αίσθησης και θεωρούν την πραγματικότητα της κίνησης και της μεταβολής βέβαιη και αδιαμφισβήτητη. Έτσι, πρώτοι αυτοί θα απορρίψουν την έννοια της απόλυτα συμπαγούς πραγματικότητας και θα αποδεχθούν την ύπαρξη του κενού ως προϋπόθεση για την κίνηση των θεμελιωδών δομικών στοιχείων: των ατόμων.
Ενώ λοιπόν οι Ατομικοί υιοθετούν για τα όντα τις ιδιότητες που τους απέδιδαν οι Ελεάτες, δεν διστάζουν να αποδεχτούν την ύπαρξη του μηδενός, ταυτίζοντάς το με το κενό. Δημιουργούν ουσιαστικά ένα δυϊστικό σύστημα, επιμένοντας ότι «στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο άτομα και κενό» και ερμηνεύοντας τον κόσμο και τις μεταβολές του ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης αυτών των δύο αρχών. Η ύλη για τους Ατομικούς δεν είναι συνεχής και επ'; άπειρον διαιρετή, αλλά αποτελείται από σταθερά και αναλλοίωτα στοιχειώδη σωματίδια «τόσο μικρά που διαφεύγουν από τις αισθήσεις μας» τα οποία είναι προσιτά μόνο στη νόηση. Γι'; αυτά τα μικρά σωματίδια υιοθετήθηκε η ονομασία άτομα προκειμένου να δηλωθεί η αδυναμία της επ'; άπειρον τομής τους και η σύσταση της ύλης από έσχατα σταθερά και αδιαίρετα στοιχεία.
Ιδιότητες των ατόμων
Τα άτομα είναι συμπαγείς, πλήρεις και αδιαπέραστες μονάδες ύλης που δεν περιέχουν μέσα τους μέρη του κενού ή μη όντος, ούτε διακρίνονται σε μέρη. Στο συμπαγή χαρακτήρα τους φαίνεται να στηρίζεται και το αδιαίρετό τους, αφού η διαιρετότητα προϋποθέτει την ύπαρξη κενού στο εσωτερικό τους. Είναι αγέννητα, άφθαρτα, άπειρα στον αριθμό και απαθή αφού δεν επηρεάζονται από το περιβάλλον και δεν μεταλλάσσονται. Είναι «χωρίς ποιότητα» (άποια) και δεν διαφέρουν όσον αφορά την υλική τους υπόσταση, αλλά μόνο ως προς το σχήμα (Α__Ν), την τάξιν (κατεύθυνση Ζ___Ν) και την θέσιν (κατάσταση ΑΝ___ΝΑ). Σημαντικότερες είναι οι διαφορές που αναφέρονται στο σχήμα με δύο λόγια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τα άπειρα σε ποσότητα άτομα εμφανίζουν μια άπειρη ποικιλία σχημάτων και μορφών. Κάποιες μαρτυρίες αναφέρουν και διαφορές μεγέθους μεταξύ των ατόμων. Ο Δημόκριτος μάλιστα φέρεται να υποστήριξε την ύπαρξη «πολύ μεγάλων» ατόμων, ωστόσο δεν είναι βέβαιο αν αποδέχονταν και διαφορές στο βάρος τους.
Η κίνηση των ατόμων
Σε αντίθεση με τους προγενέστερους Προσωκρατικούς, η ατομική θεωρία προσεγγίζει την κίνηση ως ιδιότητα σύμφυτη στην ύλη, που δεν χρειάζεται να δικαιολογηθεί ειδικά, ούτε να εξηγηθεί η προέλευσή της. Τα άτομα κινούνται διαρκώς στο κενό, όπου δεν συναντούν καμιά αντίσταση. Καθώς συγκρούονται μεταξύ τους, τα όμοια συνδέονται και παραμένουν μαζί, ενώ τα ανόμοια παίρνουν διαφορετικές κατευθύνσεις.
Τα σώματα που μας περιβάλλουν είναι σύνολα ατόμων που έχουν ενωθεί σε ένα σύμπλεγμα περισσότερο ή λιγότερο σταθερό. Στα συμπλέγματα αυτά, τα άτομα διατηρούν την ιδιαιτερότητα τους και μια σχετική αυτονομία. Η ένωσή τους είναι βέβαιο ότι κάποτε θα λυθεί και το σώμα θα πάψει να υπάρχει ως ενότητα. Δεν είναι σαφές ποιοι ακριβώς «κανόνες» διέπουν τις ενώσεις των ατόμων και τη δημιουργία σωμάτων. Οι διαφορές στο βάρος των σωμάτων, μοιάζει να οφείλονται στις «ποσότητες» κενού που υπάρχει μέσα τους, ανάμεσα στα άτομά τους.
Η διαρκής κίνηση των ατόμων, οι συγκρούσεις και οι ενώσεις τους, δεν δημιουργούν μόνο επιμέρους σώματα, αλλά, σε μακροσκοπικό επίπεδο, και ολόκληρους κόσμους. Καθώς το πλήθος των ατόμων κινείται μέσα στο άπειρο κενό, τυχαίνει σε κάποια περιοχή να συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός ατόμων και δημιουργείται μια δίνη, η οποία οδηγεί σε διαχωρισμό των ατόμων, σε επιμέρους συσσωματώσεις και στη δημιουργία ενός κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται όχι ένας αλλά άπειροι κόσμοι. Πράγματι, καθώς το κενό όσο και τα άτομα είναι άπειρα, ασταμάτητα δημιουργούνται (και διαλύονται) νέοι κόσμοι, οι οποίοι διαφέρουν κατά το μέγεθος, το σχήμα, την ύπαρξη και κίνηση των άστρων τους και τις έμβιες μορφές τους.
Γνωσιοθεωρία
Όπως νωρίτερα ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος, έτσι και ο Δημόκριτος εκφράζει επιφυλάξεις έναντι της αίσθησης και της αξιοπιστίας της. Συγκεκριμένα για τον Δημόκριτο «υπάρχουν δύο μορφές γνώσης, μια γνήσια και μια σκοτεινή. Στη σκοτεινή ανήκουν όλα τούτα: όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση, αφή. Η άλλη η γνήσια είναι διαφορετική ...;».
Με αφορμή την παρατήρηση ότι ένα και το αυτό αντικείμενο δημιουργεί διαφορετικές αισθητηριακές εντυπώσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους, ο Δημόκριτος θεωρεί την αίσθηση αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης αντικειμένου και αισθητηριακού μηχανισμού του κάθε ανθρώπου και άρα συμβατική, επιφανειακή και ανίκανη να εισχωρήσει στο βάθος και στην ουσία των πραγμάτων. Το με ποιο τρόπο λειτουργεί αυτή η αλληλεπίδραση στις επιμέρους αισθήσεις δεν είναι σαφές. Σύμφωνα ωστόσο με κάποιες ενδείξεις, η αίσθηση παράγεται μέσω της συνάντησης ατόμων που απορρέουν από τα υλικά σώματα και από τα αισθητήρια όργανα.
Η γνήσια γνώση αντίθετα, κατά τον Δημόκριτο, δεν εξαρτάται από την αίσθηση, αλλά βασίζεται στη νόηση. Ακόμη και η νόηση, ωστόσο, περιγράφεται ως κάτι ανάλογο της αίσθησης και ανάγεται σε κινήσεις των ατόμων της ψυχής (η οποία επίσης αποτελείται από άτομα). Η νόηση έχει πάντως την ικανότητα να διεισδύει στις πιο «λεπτές» και δυσδιάκριτες περιοχές της πραγματικότητας, για τις οποίες δεν μπορούμε να έχουμε κανένα αισθητηριακό δεδομένο: τα άτομα και το κενό
Ηθική
Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στα νεώτερα χρόνια, όπου η ηθική εκλαμβάνεται συνήθως ως ένα σύνολο κανόνων που μας επιβάλλονται καθορίζοντας δεσμευτικά τις πράξεις μας και τη στάση μας έναντι των άλλων ανθρώπων, στη δημοκρίτεια σκέψη η ηθική αποβλέπει κυρίως στην ευτυχία (ευδαιμονία) του κάθε ανθρώπου. Ο σκοπός αυτός ενυπάρχει στη ζωή κάθε ανθρώπου και εκφράζεται από τον Δημόκριτο με την έννοια της ευθυμίας.
«Οι άνθρωποι αποκτούν την ευθυμία με τη μετρημένη ευχαρίστηση και ζώντας με μέτρο. Η έλλειψη και η υπερβολή αντίθετα τείνουν να μεταστρέφονται και να προκαλούν στην ψυχή μεγάλες ταραχές. Οι ψυχές που κινούνται από μεγάλες αντιθέσεις δεν είναι ούτε ευσταθείς ούτε εύθυμες.»(DK 68B191)
Σύμφωνα λοιπόν με το Δημόκριτο η ευτυχία αποκτιέται μέσα σε μια διαβίωση που βασίζεται στο μέτρο. Πρόκειται στην ουσία για μια ισορροπημένη κατάσταση μετρημένης διαβίωσης, που παίρνει υπόψη τις ικανότητες του καθενός. Στην ουσία ο Δημόκριτος εκφράζει φιλοσοφικά το περίφημο αίτημα διαβίωσης σύμφωνα με το «μέτρον άριστον», προετοιμάζοντας συγχρόνως την αριστοτελική ηθική της «μεσότητας».
Βιβλιογραφία
Vegetti Mario, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2003.
Βιρβιδάκης κ.α., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: απο την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Εκδ. Εαπ, Πάτρα 2000.
Αναξαγόρας
Κατά τα τέλη του 6ου αιώνα, οι περσικές επιδρομές κατέλυσαν την αυτονομία και κατέστρεψαν την ευημερία των ιωνικών πόλεων. Μαζί τους φάνηκε πως σβήνει και η έντονη πνευματική δραστηριότητα που είχε αναπτυχθεί εκεί. Ωστόσο, μετά την ήττα του Ξέρξη στη Σαλαμίνα(480 π.Χ. ), ένας συνασπισμός ελληνικών πόλεων υπό την αρχηγία της Αθήνας ανακτά τον έλεγχο του Αιγαίου και διώχνει τους Πέρσες από την Ιωνία. Έτσι δημιουργείται μια ζώνη αθηναϊκής επιρροής, η οποία θα διατηρηθεί καθ'; όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα. Η Αθήνα τώρα ασκεί στον πολιτικό, οικονομικό και λίγο αργότερα, πολιτιστικό τομέα την ηγεμονία που πριν ασκούσε η Μίλητος.
Ο Αναξαγόρας υπήρξε ο πρώτος Ίωνας στοχαστής που μετοίκησε στην Αθήνα, εισάγοντας σε αυτήν, σύμφωνα με την παράδοση τη φιλοσοφία. Το περιβάλλον που βρίσκει στην αττική μητρόπολη γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα είναι από πολλές απόψεις ιδανικό για την περαιτέρω καλλιέργεια του ιωνικού στοχασμού. Η αθηναϊκή αριστοκρατία υπό την ηγεμονία του Κλεισθένη και αργότερα του Περικλή, είχε συμμαχήσει με τον «δήμο». Καρπός αυτής της συμμαχίας υπήρξε το δημοκρατικό καθεστώς, το οποίο με την πάροδο του χρόνου γινόταν όλο και περισσότερο ανοιχτό σε έντονες και γόνιμες πολιτικές και πολιτιστικές συζητήσεις. Υπ΄ αυτές τις συνθήκες δυναμικής ισορροπίας, μέσα στις οποίες η αριστοκρατία αναγνώριζε την ανάγκη ανανέωσης της παραδοσιακής πολιτιστικής κληρονομιάς της και ο δήμος αναζητούσε τη δική του πολιτιστική έκφραση, ο Αναξαγόρας δεν μπορούσε παρά να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο καθώς αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο τον εξισορροπητικό παράγοντα μεταξύ πολιτικής εξουσίας και πολιτών, αφού υπήρξε αφενός μεν προσωπικός σύμβουλος του Περικλή αφετέρου εκφραστής των αναγκών του δήμου.
Κοσμολογία
Στην αφετηρία της σκέψης του Αναξαγόρα βρίσκεται η παρμενίδεια άρνηση γένεσης και φθοράς «κανένα πράγμα δεν γίνεται ούτε χάνεται, αλλά συντίθεται και διαχωρίζεται από προ-υπάρχοντα όντα. Ορθά επομένως θα αποκαλούσε κανείς τη γένεση «σύμμειξη» και τη φθορά «διαχωρισμό». Προχωρώντας μάλιστα πιο πέρα από τον Εμπεδοκλή δεν δέχεται καν τη δυνατότητα δημιουργίας όντων από τη μείξη των τεσσάρων βασικών ριζωμάτων, αλλά πιστεύει ότι η κάθε επιμέρους υπόσταση θα πρέπει να υπήρχε εξαρχής στον κόσμο.
Η κοσμολογία του Αναξαγόρα κινείται στο πλαίσιο της ιωνικής παράδοσης, την οποία όμως ανανεώνει ουσιαστικά. Και η δική του θεωρία υποστηρίζει ότι στην ιστορία του σύμπαντος υπήρχε μια αρχική κατάσταση, κατά την οποία «όλα τα πράγματα ήταν μαζί». Βασίλευε δηλαδή απόλυτη απροσδιοριστία. Ο Αναξαγόρας ωστόσο δεν κάνει λόγο για ένα πρωταρχικό υλικό, όπως οι Ίωνες στοχαστές αλλά για μια αρχική αδιαφοροποίητη κατάσταση στην οποία περιέχονται όλα τα σπέρματα των όντων, διαφοροποιημένα ποιοτικά ευθύς εξαρχής, αλλά όχι ακόμα συναρμοσμένα μεταξύ τους, στις αναλογίες εκείνες που προσδίδουν σε κάθε πράγμα την ταυτότητα του. Κάθε ον του φυσικού κόσμου περιέχει σε μικρή αναλογία κομμάτια όλων των φυσικών υποστάσεων, αποτελώντας έτσι μια περιεκτική μικρογραφία της πολυμορφίας του σύμπαντος. Όταν εμείς χαρακτηρίζουμε ένα επιμέρους ον ως αυτό ή εκείνο, αναφερόμαστε στην υπόσταση που υπερτερεί μέσα του.
Η κοσμολογία του δεν προϋποθέτει την ύπαρξη μιας φυσικής αρχής, από την οποία γεννήθηκε ο κόσμος αντίθετα πιστεύει ότι οι αρχές αυτές ήταν άπειρες στον αριθμό, καθώς και πανομοιότυπες ως προς την ποιότητα και την ποσότητα. Συνεπώς, ο Αναξαγόρας αντικαθιστά την ιδέα ενός σύμπαντος που αναπτύσσεται κατά τρόπο ευθύγραμμο (από κάτι απροσδιόριστο προς κάτι που είναι προσδιορισμένο) με την πολυπλοκότερη ιδέα ενός κόσμου του οποίου οι ποικίλες φάσεις καθορίζονται από τις ισορροπίες και τις προκαθορισμένες συνδέσεις των συστατικών του στοιχείων. Κανένα στοιχείο δεν είναι απόλυτο ή πρωταρχικό, τίποτα δεν μπορεί να ειδωθεί ξεκομμένο από τις σχέσεις του με ολόκληρο το σύμπαν. Αν σε όλα αυτά τολμήσει κάποιος να αντικαταστήσει τις λέξεις σύμπαν και κόσμος με τη λέξη κοινωνία τότε πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ολόκληρη η κοσμολογία του Αναξαγόρα έχει ως πρότυπό της όλα όσα τη στιγμή εκείνη συμβαίνουν στην Αθήνα με τον τρόπο που συμβαίνουν. Και αυτό γίνεται ακόμα σαφέστερο μέσα από τον τρόπο που ο Αναξαγόρας επιλέγει να οργανώσει αυτό το σύμπαν.
Η πρωτοκοσμική, λοιπόν, κατάσταση χαρακτηρίζεται από τον Αναξαγόρα ως κατάσταση αδιάκριτης μείξης των σπερμάτων: των βασικών δομικών στοιχείων, τα οποία είναι άπειρα και αθέατα και αποτελούν τις πρώτες μορφές οργάνωσης της πραγματικότητας, ενσωματώνοντας εν δυνάμει τα ουσιώδη συστατικά όλων των υλικών υποστάσεων. Αυτές συντίθενται στη συνέχεια από εκείνα τα βασικά αναλλοίωτα υλικά - σπέρματα, εξακολουθώντας να περιέχουν «λίγο απ'; όλα»
Ο νους
Το πέρασμα από την πρωταρχική αδιαφοροποίητη κατάσταση των «σπερμάτων» στην οργάνωση που χαρακτηρίζει το σύμπαν, οφείλεται κατά τον Αναξαγόρα στην επέμβαση μιας εξωτερικής οργανωτικής αρχής, η οποία επιδρά στο αδιαφοροποίητο και καθορίζει τη διαδικασία της διαμόρφωσής του και αυτή δεν είναι άλλη από το Νου. Σύμφωνα μ'; αυτόν αρχή του κόσμου είναι ο Νους. Αυτός σε σχέση με τα σπέρματα δεν έχει σχέση «μητρική» δηλαδή δεν τα γεννά ούτε τα τρέφει, αλλά σχέση «πατρικής εξουσίας» λειτουργεί δηλαδή ως αρχή που τα οργανώνει και τα μορφοποιεί σύμφωνα με ένα σχέδιο κι έναν νόμο τον οποίο επιβάλλει ο ίδιος. Ο νους του Αναξαγόρα επιτελεί λειτουργία όμοια με εκείνη της φιλότητας και του νείκους του Εμπεδοκλή: είναι κινητική αιτία που καθορίζει τον τρόπο μείξης και διάκρισης των βασικών και αναλλοίωτων φυσικών υποστάσεων. Ο ίδιος ωστόσο είναι άμεικτος και αμιγής και σε αυτή ακριβώς την ιδιότητα του οφείλεται η απεριόριστη επίδραση που ασκεί στο κοσμικό γίγνεσθαι.
Ωστόσο παρά την κατηγορηματική δήλωση ότι ο νους ελέγχει όλα τα πράγματα, ο Αναξαγόρας φαίνεται να περιορίζει την κοσμολογική λειτουργία του στην εκκίνηση της περιστροφικής κοσμικής κίνησης η οποία ακολούθως συνεχίζεται και επεκτείνεται βάσει δικών της νόμων. Φαίνεται λοιπόν ότι είχε δίκιο ο πλατωνικός Σωκράτης, στον Φαίδωνα, εξέφραζε την απογοήτευσή του για το ρόλο που ο Αναξαγόρας επιφύλασσε στον νου.
Η γνώση και οι τέχνες
Σε σχέση με τη γνώση ο Αναξαγόρας πιστεύει ότι αυτή αναπτύσσεται μέσω «της εμπειρίας, της μνήμης, της σοφίας και της τεχνικής» εισάγοντας μια σημαντική καινοτομία: πηγές της γνώσης είναι η εμπειρία και η συσσώρευσή της στη μνήμη. Πιστεύει ωστόσο ότι η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός αντίθετα αυτή καταξιώνεται μέσα από την πρακτική εφαρμογή της, στρέφει το βλέμμα του σ'; εκείνες τις τέχνες που είναι μεν διανοητικές συνδέονται όμως στενά με τη χειρωνακτική εργασία (κτίστης, γιατρός) και υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι το ευφυέστερο ζώο, επειδή έχει χέρια».
Βιβλιογραφία
Vegetti Mario, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2003.
Βιρβιδάκης κ.α., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: απο την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Εκδ. Εαπ, Πάτρα 2000.
ΦΕΡΕΝΙΚΗ ΤΣΑΜΠΑΡΛΗ
Το προφίλ μου
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις Κ. Π. Καβάφης
| Φεβρουάριος 2010 | ||||||
| Κ | Δ | Τ | Τ | Π | Π | Σ |
| 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | |
| 7 | 8 | 9 | 10 | 11 | 12 | 13 |
| 14 | 15 | 16 | 17 | 18 | 19 | 20 |
| 21 | 22 | 23 | 24 | 25 | 26 | 27 |
| 28 | ||||||