Η Αναγέννηση Στο Βορρά:
Η εξέλιξη της Αρχιτεκτονικής, της Ζωγραφικής και της Γλυπτικής στη Γερμανία σε σύγκριση με την Ιταλία
Η Γαλλοφλαμανδική Μουσική και τα επιτεύγματα των εκπροσώπων της στην πολυφωνία
της Φερενίκης Τσαμπαρλή
Το έργο τέχνης εκφράζει περισσότερα από όσα θα
ήθελε συνειδητά να πει ο δη΅ιουργός του,
συχνά και αυτός ΅ένει έκπληκτος από τα
απρόβλεπτα αποτελέσ΅ατα»
Picasso
Ο όρος «Αναγέννηση», έχει δοθεί σε μια περίοδο με πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα που καλύπτει το διάστημα από τα μέσα του 14ου έως και τον 16ο αιώνα, κύρια δε χαρακτηριστικά της είναι ο ορθολογισμός και το έντονο ενδιαφέρον για τη μελέτη και ερμηνεία της πνευματικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί καλύτερα η φύση και ο άνθρωπος. Ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα, επιστήμονες, φιλόσοφοι, λόγιοι, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες και ηγεμόνες πίστεψαν ότι, ο δρόμος προς το μεγαλείο και την ανανέωση περνούσε μέσα από τη σπουδή των επιτευγμάτων των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων[1].
Η Αναγέννηση έφτασε στο αποκορύφωμά της, στις ελεύθερες πόλεις - κράτη της Ιταλίας το 15ο αιώνα. Η σταθερή οικονομική άνθηση, η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομίας από τη γεωργία, στο εμπόριο και στη βιοτεχνία, η ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας των κοινοτήτων αυτών - οι οποίες δεν δίσταζαν να πειραματίζονται αλλά και να υιοθετούν νέες ιδέες και σκέψεις - οδήγησαν στην στήριξη της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Κύριοι χρηματοδότες και συμπαραστάτες τόσο των καλλιτεχνών όσο και των ανθρώπων των γραμμάτων, υπήρξαν οι ίδιες οι κυβερνήσεις και οι ηγεμόνες των πόλεων προκειμένου να τις προβάλλουν, ενώ μετά το 1450, στη χρηματοδότηση και την προστασία των τεχνών και των γραμμάτων, συμμετέχουν και οι πάπες προκειμένου να ενισχύσουν τη φήμη της Ρώμης και των παπικών κρατών[2].
Το πότε ακριβώς εκδηλώθηκε η γερμανική Αναγέννηση είναι δύσκολο να καθοριστεί[3]. Αν και ήδη από το 1500 τα επιτεύγματα της Ιταλικής αναγέννησης άρχισαν με διάφορους τρόπους να εξαπλώνονται και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, είτε μέσω των σπουδαστών που κινούνταν προς τα Ιταλικά πανεπιστήμια, είτε μέσω των ιταλών ταξιδιωτών, είτε μέσω της επεκτατικής πολιτικής των ηγεμόνων των περιοχών που βρίσκονταν βορείως των Άλπεων και την προσάρτηση περιοχών που ήδη είχαν δεχθεί τις νέες ιδέες, ο αυξημένος τοπικισμός των γερμανικών πόλεων, η διαφορά του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και γενικότερα η κουλτούρα των γερμανών, που έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη θρησκεία, λειτούργησαν ως τροχοπέδη στην καθαυτό Γερμανική Αναγέννηση[4].
Στα μέσα του 14ου αιώνα οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν στην βόρεια Ιταλία, θα επιτρέψουν την δημιουργία μιας αναγεννητικής κίνησης, που ο Ιταλός ποιητής και λόγιος Φραντσέσκο Πετράρχης (1304 - 1374) θα ονομάσει Ουμανισμό. Εμπνέεται από τους αρχαίους κλασσικούς και προτείνει τη με κριτικό πνεύμα και ορθολογικές αρχές αντιμετώπιση της φύσης και της κοινωνίας καθώς και την απομάκρυνση από τη θρησκοληψία, την αμάθεια και το σκοταδισμό[5].
Από το 1460, οι ουμανιστικές ιδέες πέρασαν στις μεγάλες πόλεις της Γερμανίας ωστόσο οι γερμανοί ουμανιστές που ανέπτυξαν τη δράση τους κυρίως στα πανεπιστήμια ενδιαφέρθηκαν, όχι τόσο για τα μαθηματικά, την ιατρική και το δίκαιο -όπως οι ιταλοί συνάδελφοί τους - όσο για τα προβλήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της ηθικής. Όντας μακριά από τη Ρώμη, οι γερμανοί ουμανιστές ήταν περισσότερο πρόθυμοι από τους Ιταλούς συναδέλφους τους να άρουν τους περιορισμούς του ισχύοντος δόγματος και να έρθουν σε ρήξη με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[6].
Αν και οι Γερμανοί ουμανιστές συνέβαλλαν στη δημιουργία του απαραίτητου ιδεολογικού πλαισίου που προετοίμασε τη θρησκευτική Μεταρρύθμιση από το Μαρτίνο Λούθηρο, η ίδια η Μεταρρύθμιση υποδαύλισε πάθη μισαλλοδοξίας και εχθρότητα για το ουμανιστικό ιδεώδες, καθώς κάθε τι ανθρώπινο - γήινο και κάθε τι αρχαίο χαρακτηρίζονταν μιαρό και ειδωλολατρικό αντίστοιχα. Έτσι την ώρα που οι Ιταλοί ουμανιστές και καλλιτέχνες εξυμνούσαν τον άνθρωπο, οι γερμανοί ομόλογοί τους εστίαζαν το ενδιαφέρον τους στη μικρότητά του ενώπιον του Θεού[7].
Μολονότι η επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, σε μια κοινωνία που επικρατούσε το δόγμα ότι «η γνώση ανήκει στο Θεό», βοήθησε στην πνευματική και καλλιτεχνική άνοδο των κοινωνιών της εποχής και στη διάδοση της αναγεννημένης σκέψης και στην απόκτηση μιας ιδιαίτερης ταυτότητας και παρόλο που, τόσο ο ίδιος ο αυτοκράτορας όσο και οι Γερμανοί πρίγκιπες και ευγενείς υποστήριξαν με θέρμη τους Ιταλούς καλλιτέχνες και στοχαστές που πήγαν στην Γερμανία, εκεί η Αναγέννηση δεν μιμήθηκε δουλικά τα ιταλικά πρωτότυπα[8].
Οι μαθηματικοί κανόνες της προοπτικής, η επιστημονική μελέτη της ανθρώπινης ανατομίας και των ρωμαϊκών μνημείων, που απασχόλησαν τους Ιταλούς Μαζάτσιο, Ντονατέλλο, Μπρουνελλέσκι, δεν είχαν ακόμη συμπεριληφθεί στις πνευματικές ανησυχίες των καλλιτεχνών του Βορρά.
Ενώ στην Ιταλία, η τέχνη της Αναγέννησης είχε πηγή έμπνευσης τα αρχαία ερείπια και κύριο στήριγμα το κλασικό μέτρο, η Γερμανική τέχνη παρέμεινε προσκολλημένη στη μεσαιωνική γοτθική παράδοση, αγνοώντας σε μεγάλο βαθμό, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, τα κλασικά πρότυπα. Μέσα απ'; αυτό το πρίσμα, πρέπει να μελετηθεί η Γερμανική Αναγέννηση, που εκδηλώθηκε κυρίως στη μουσική και στη ζωγραφική παρά στη γλυπτική ή αρχιτεκτονική.
Η ιταλική αναγεννησιακή αρχιτεκτονική είχε της ρίζες της στο Ρωμαϊκό παρελθόν, ενώ παράλληλα, η νέα αισθητική οικοδόμησης απηχούσε τις σύγχρονες αντιλήψεις των ανθρωπιστών. Το αποτέλεσμα ήταν, μια αρχιτεκτονική βασισμένη στη σταυροειδή κάτοψη του καθολικού και των πλαγίων κλιτών, κύρια χαρακτηριστικά της οποίας ήταν: η ακρίβεια των αναλογιών, η αρμονία, η χρήση αετωμάτων, μετωπών ζωφόρων, κιονόκρανων, κιόνων, πεσσών, αψίδων, προσωπείων, μεταλλίων και συχνά τρούλου.
Οι αρχιτέκτονες, επηρεασμένοι από τις ιδέες των ουμανισμού και του νεοπλατωνισμού, επινόησαν ένα σύστημα μετρήσεων το οποίο στηριζόταν στις διαστάσεις του ανθρωπίνου σώματος (βάσει θεωριών του Βιτρούβιου) (εικ.1)[9]

Εικόνα 1
Σχέδιο του Φραντσέσκο ντι Τζόρτζιο που δείχνει το σύστημα μετρήσεων που είχαν επινοήσει οι αναγεννησιακοί αρχιτέκτονες και το οποίο στηρίζονταν στις διαστάσεις του ανθρώπου βάσει των θεωριών του Βιτρούβιου
Ενώ το τέλος του γοτθικού ρυθμού στη Φλωρεντία γίνεται με την εμφάνιση του Μπρουνελλέσκι και την εισαγωγή κλασσικών στοιχείων στα κτήριά του(εικ. 2), οι καλλιτέχνες του Βορρά, κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, παραμένουν πιστοί στη γοτθική παράδοση. Στη Γερμανία συγκεκριμένα, οι αρχιτέκτονες εξακολουθούν να καλύπτουν τα κτήριά τους με εντυπωσιακά διακοσμητικά στοιχεία και περίπλοκα δαντελωτά μοτίβα εξαντλώντας και την τελευταία δυνατότητα του γοτθικού ρυθμού, ενώ παράλληλα επιμηκύνουν τις κατασκευές αυτές τόσο σε ύψος όσο και σε μήκος (εικ. 3, 4) [10].
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προτιμήσεων και εμμονών τους, ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας,(εικ. 4), ύψους 157 μέτρων (είναι η δεύτερη υψηλότερη εκκλησία της Γερμανίας μετά το ναό του Ουλμ (Ulm) και η τρίτη υψηλότερη παγκοσμίως). Χτιζόταν σταδιακά μέχρι περίπου το 1520, παρέμεινε ημιτελής μέχρι το 19ο αιώνα, όταν οι ρομαντικοί ενδιαφέρθηκαν πάλι γι'αυτόν και Τελικά το 1880, ολοκληρώθηκε σύμφωνα με τα αυθεντικά γοτθικά σχέδια.
Εικόνα 2
Filippo Brunellesch
Θόλος του καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας (1420 - 1436)

Εικόνα 3
Filippo Brunelleschi
Περιστήλιο του Ορφανοτροφείου Φλωρεντία (1439-1445)

Εικόνα 4
Ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας
χτίστηκε σταδιακά μέχρι περίπου το 1520

Εικόνα 5
Το Δημαρχείο της Leuven στο Βέλγιο 1448 - 1469

Εικόνα 6
To δημαρχείο της Βρύγης
1376 - 1420

Εικόνα 7
Η παλιά Καγκελαρία της Βρύγης
Arch. Jean Wallot Jean Wallot (1534 -1537)
Παρατηρώντας τα κτήρια των εικόνων 2, 3 και 4, 5 και 6 εύκολα γίνονται αντιληπτές οι μεταξύ τους διαφορές: Στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας και στο Βρεφοκομείο του Μπρουνελλέσκι κυριαρχούν μορφολογικά στοιχεία και αναλογίες που έχουν υιοθετηθεί από τα Ρωμαϊκά πρότυπά τους και οδηγούν σε μια αρμονική κομψότητα. Αντίθετα τόσο στον καθεδρικό ναό της Κολωνίας όσο και στο Δημαρχείο της Leuven και της Brugge είναι εμφανής η προσκόλληση στη γοτθική παράδοση.
Χρειάστηκε περίπου ένας αιώνας προκειμένου τα μεγάλα επιτεύγματα και οι καινοτομίες των Ιταλών της Αναγέννησης να υιοθετηθούν και στις αρχιτεκτονικές κατασκευές βορείως των Άλπεων. Στην εξέλιξη βοήθησε η επίμονη ζήτηση από τους ηγεμόνες και τους εύπορους ευγενείς και αστούς, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί την Ιταλία και ήθελαν να είναι μέσα στη μόδα[11]. Ακόμη όμως και τότε οι αρχιτέκτονες της Βόρειας Ευρώπης ακολουθούν επιφανειακά τις απαιτήσεις του νέου ρυθμού, ενώ στην ουσία προσθέτουν στο ήδη υπερφορτωμένο από γοτθικά διακοσμητικά στοιχεία κτήριο, κάποιες κλασσικές φόρμες όπως κίονες, κιονόκρανα κ.α. (εικ. 7).
Στη γλυπτική οι Ιταλοί καλλιτέχνες χάρη στην αφομοίωση των έργων της αρχαίας γλυπτικής αλλά και τις δικές τους παρατηρήσεις, πέτυχαν τη νατουραλιστική απόδοση της ανθρώπινης μορφής και της κίνησής της. Παράλληλα πλούτισαν τη θρησκευτική μέχρι τότε θεματολογία τους, με θέματα ιστορικά και μυθολογικά, ενώ για πρώτη φορά μετά την αρχαιότητα, λάξευσαν αγάλματα που ήταν ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο δομικό κατασκεύασμα σ'; όλες τους τις πλευρές. Απελευθέρωσαν έτσι τη γλυπτική από τα δεσμά της αρχιτεκτονικής και την καθιέρωσαν ως τέχνη ιδιαίτερη και συχνά, αφιερωμένη σε εγκόσμιους σκοπούς, φανερώνοντας την ανθρώπινη μορφή με όλη την ομορφιά των ανατομικών χαρακτηριστικών της, την οποία για αιώνες είχαν απαρνηθεί. Οι Ιταλοί γλύπτες της περιόδου αυτής προτιμούν το ρεαλισμό από την αλληγορία των προκατόχων τους. Μελετούν την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος ενώ δεν διστάζουν να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους ανησυχίες με αλληγορικό τρόπο ή να χρησιμοποιήσουν την αλληγορική μορφή και η χρήση της ανατομικής παραμόρφωσης για μεγαλύτερη έμφαση[12].
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των επιλογών των Ιταλών Αναγγενησιακών γλυπτών είναι τα αγάλματα των εικόνων 8 και 9 του Μιχαήλ Άγγελου. Η τέχνη του ήταν κάτι περισσότερο από τον απλό νατουραλισμό, γιατί υπέτασσε τη φύση στη δύναμη και την ώθηση των ιδεών του. Έγραφε ότι, αποσκοπούσε στην «απελευθέρωση» των «καθαρών μορφών» που είναι παγιδευμένες στην πέτρα[13].

Εικόνα 8
Μιχαήλ Άγγελος, Δαβίδ, 1501 - 1504,μάρμαρο, ύψος 5,5μ.,
Πινακοθήκη Ακαδημίας, Φλορεντία

Εικόνα 9
Μιχαήλ Άγγελος, Τάφος του Ιουλίου Β΄
περ. 1513 - 1545, Σαν Πιέτρο ιν Βίνκολι,
Ρώμη
Αντίθετα με όσα συμβαίνουν στην Ιταλία, στη γλυπτική του βορρά, αν και έγινε μια προσπάθεια να δοθούν οι μορφές με περισσότερο ρεαλισμό από ότι στη γοτθική εποχή, τα αποτελέσματα δεν ήταν τα ίδια με αυτά της γλυπτικής του νότου. Οι γλυπτικές μορφές μπορεί να απέκτησαν περισσότερο βάρος, δεν απογυμνώθηκαν όμως πλήρως από τις συμβάσεις του γοτθικού ρυθμού.
Εικόνα 10
Τίλμαν Ριμενσνάιντερ, Ρετάμπλ του Αγίου Αίματος, 1501-1505, Ξύλο φλαμουριάς και πεύκου, 9 Χ 4,16 μ., Άγιος Ιάκωβος Ρότεμπουργκ

Εικόνα 11
Κεντρικό ερμάριο της εικ. 10
Το ρετάμπλ[14] του Τίλμαν Ριμενσνάιντερ (εικ. 10,11) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα γλυπτού της περιόδου αυτής στις Γερμανικές περιοχές. Συγκεκριμένα, στο έργο αυτό σταθερό σημείο αναφοράς αποτελεί η συγκινησιακή ένταση των μορφών, που εκφράζεται με πρόσωπα και χειρονομίες απεγνωσμένης αλλά ταυτόχρονα ελεγχόμενης έντασης. Αν και το σύνολο της σύνθεσης φέρει μια αναγεννησιακή πνοή, δεν παύει να χαρακτηρίζεται από το ύφος του γοτθικού ρυθμού[15].
Γενικά οι γλύπτες του Βορρά αν και όπως δείχνουν κάποια στοιχεία των έργων τους γνωρίζουν εν μέρει και συμμερίζονται τις νέες τάσεις στη γλυπτική τέχνη που φτάνουν με κάθε τρόπο από το νότο, στην ουσία μέχρι σχεδόν και το τέλος του 16ου αι. λειτουργούν ως θεματοφύλακες της δικής τους παραδοσιακής τέχνης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λειψανοθήκη του Πέτερ Βίσερ, στο Σαν Σεμπάλντο (εικ. 12) όπου ενώ όλα τα διακοσμητικά στοιχεία (κίονες, αγάλματα) παραπέμπουν σε κλασσικές φόρμες, το σύνολο εξακολουθεί να αντανακλά την αισθητικής της υστερογοτθικής τέχνης[16].

Εικόνα 12
Πέτερ Βίσερ ο Πρεσβύτερος, λειψανοθήκη του St Sebaldus, 1507-1519, Νυρεμβέργη
Στον τομέα της ζωγραφικής, οι ιταλοί καλλιτέχνες εξαιτίας αφενός μεν της ανακάλυψης και συστηματοποίησης των μαθηματικών κανόνων της γεωμετρικής προοπτικής, αφετέρου δε του επιδέξιου χειρισμού του φωτός, της σκιάς και του χρώματος,[17] κατόρθωσαν να δώσουν στα έργα τους την ψευδαίσθηση του βάθους και στην ανθρώπινη μορφή πλαστικότητα και σφρίγος[18].
Στις αρχές του 15ου αι. ο Μαζάτσιο σε μια νωπογραφία που κατασκεύασε για την εκκλησία Santa Maria Novella στη Φλωρεντία (εικ. 13) χρησιμοποιώντας τους μαθηματικούς κανόνες της προοπτικής έφτιαξε μια τοιχογραφία που «έμοιαζε να έχει τρυπήσει τον τοίχο»[19]. Ενώ στο τέλος του ίδιου αιώνα ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, αντιλήφθηκε ότι η απόσταση δεν υποδηλώνεται μόνο με την κεντρική προοπτική, αλλά και με τον κατάλληλο χειρισμό του χρώματος. Έτσι δημιούργησε στα έργα του την εντύπωση του βάθους απαλύνοντας τα περιγράμματα των πιο απομακρυσμένων αντικειμένων και αποδίδοντάς τα με φωτεινότερους τόνους (εικ. 14)[20].

Εικόνα 13
Μαζατσιο, Η αγία Τριάδα με την Παναγία, τον Αγ. Ιωάννη και τους δωρητές, (1425-1428), Νωπογραφία 667 Χ317 εκ., Εκκλησία Santa Maria Novella, Φλωρεντία.

Εικόνα 14
Λεονάρντο ντα Βίντσι, Παρθένος και Βρέφος με την Αγία Άννα, 1508 - 1510. Ζωγραφική σε ξύλο, 1,68 Χ 1,30 μ. Λούβρο, Παρίσι.
Σε αντίθεση με όσα συνέβαιναν στις Ιταλικές πόλεις η κατάκτηση της πραγματικότητας στις χώρες του Βορρά έγινε με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Συγκεκριμένα η αναπαράσταση του τρισδιάστατου χώρου από τους καλλιτέχνες του Βορρά δεν έγινε με βάση τους κανόνες της προοπτικής, αλλά εμπειρικά. Χάρη στην παρατηρητικότητα και την υπομονή τους, αλλά και στις δυνατότητες που πρόσφερε η τεχνική της ελαιογραφίας, που πρώτοι οι Φλαμανδοί ζωγράφοι χρησιμοποίησαν, ανακάλυψαν τη γραμμική και ατμοσφαιρική προοπτική, αποδίδοντας το περιβάλλον με πληθώρα λεπτομερειών[21].
Ενώ οι καλλιτέχνες του Νότου επεξεργάστηκαν μια μέθοδο με την οποία η φύση μπορεί να αποδοθεί με επιστημονική σχεδόν ακρίβεια οι καλλιτέχνες στο βορρά έφτασαν στην ψευδαίσθηση της φύσης προσθέτοντας υπομονετικά κάθε λεπτομέρεια, ώσπου η εικόνα να γίνει τελικά ένας καθρέφτης του ορατού κόσμου. Η απόδοση της λεπτομέρειας ήταν τόσο σχολαστική που απέδιδε ακόμα και υφή των εικονιζόμενων αντικειμένων. Η ανακάλυψη της ελαιογραφίας βελτίωσε την τεχνική των ζωγράφων και έδωσε καλύτερα οπτικά αποτελέσματα αφού ο καλλιτέχνης μπορούσε να δουλέψει πιο αργά και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εικόνα 15 στην οποία διακρίνουμε την με κάθε λεπτομέρεια του φυσικού περιβάλλοντος[22].

Εικόνα 15
Hans Burgkmaig, Ο Άγιος Ιωάννης στην Πάτμο, 1518, Μόναχο παλαιά πινακοθήκη
Είναι λοιπόν σαφές ότι στην πρώιμη Βορειοευρωπαϊκή Αναγέννηση, η παρατήρηση και εξερεύνηση του ατόμου και του φυσικού κόσμου έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης από ότι ένας ανανεωμένος διάλογος με την αρχαιότητα. Ο εν λόγω διάλογος απασχόλησε και το βορρά κατά τη διάρκεια του 16ου αι. αλλά οπωσδήποτε όχι με την ίδια ένταση που χαρακτήριζε την αντίστοιχη ιταλική προσπάθεια.
Ο Albrecht Durer ήταν από τους πρώτους βόρειους καλλιτέχνες που ταξίδεψε συχνά στο νότο και προσπάθησε να εφαρμόσει τους κανόνες της Αναγεννησιακής τέχνης. Μελέτησε επίπονα τη φύση και σύμφωνα με την παράδοση του Van Eyk προσπάθησε να την απεικονίσει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια (εικ. 16,17). Αυτό, όμως, που κατά κύριο λόγο τον γοήτευε ήταν το πλάσιμο του ανθρώπινου σώματος όπως γινόταν στο νότο. Πίστευε ότι η ομορφιά του ανθρώπινου σώματος στηριζόταν σε μια σειρά κανόνων, μέτρων και αναλογιών. Προσπάθησε λοιπόν να πειραματιστεί με τις αναλογίες ώστε να μπορέσει να εφεύρει τους κανόνες που χρειαζόταν(εικ. 18). Τα αποτέλεσμα των πειραματισμών του μπορεί να μην έμοιαζαν πάντοτε φυσικά όμως ήταν ο πρώτος βόρειος καλλιτέχνης που σοβαρά προσπάθησε (όχι μόνο βάση της αντιγραφής) να κατανοήσει και να κατακτήσει την νέα γνώση για την τέχνη[23].

Εικόνα 16
Albrecht Durer, Μικρός λαγός, 1502, ακουαρέλα με τονισμένα λευκά σημεία σε χαρτί, 25,1 Χ 22,6 εκ. Βιέννη, Αλμπερτίνα, Συλλογή Σχεδίων και Χαρακτικών.

Εικόνα 17
Albrecht Durer, Μεγάλο κομμάτι χορταριασμένη γη, 1503, Ακουαρέλα 41 Χ 31,5 εκ. Βιέννη, Αλμπερτίνα, Συλλογή Σχεδίων και Χαρακτικών.



Εικόνα 18
Μελέτες του Albrecht Duret για το ανθρώπινο σώμα
επιτεύγματα των εκπροσώπων της στην πολυφωνία.
Η αρχαιότητα και η εκκλησία των πρώτων αιώνων γνώριζαν μόνο τη μονοφωνία. Η πολυφωνία αποτελεί την ανακάλυψη του Μεσαίωνα. Κατά το τέλος του 9ου αιώνα, βρίσκουμε την πρώτη πολυφωνία στη μορφή του Όργκανουμ (organum), στο οποίο μια καθιερώνεται η συνήθεια σε μια μελωδία του Γρηγοριανού Μέλους να προστίθεται μια δεύτερη παράλληλη φωνή σε διάστημα τετάρτης - πέμπτης πάνω ή κάτω[24].
Μετά το όργκανουμ, η εξέλιξη στην πολυφωνία έρχεται με το Ντισκάντους, που είναι ένα όργκανουμ σε γρηγορότερη κίνηση που αποκτά ρυθμό συγκρίσιμο με αυτόν της υψηλότερης φωνής[25]. Ακολουθεί το Κοντούκτους μια τρίφωνη σύνθεση θρησκευτικού περιεχομένου και το Μοτέτο όπου επάνω από το λειτουργικό μέλος προστίθενται δύο ή τρεις φωνές που ξετυλίγονται ακολουθώντας η κάθε μία διαφορετικό κείμενο με διαφορετική υπόθεση[26].
Η Αναγέννηση ως αναμορφωτική εποχή έδωσε νέα πνοή και στην τέχνη της μουσικής. Όπως ακριβώς συνέβη στις υπόλοιπες τέχνες έτσι και στη μουσική οι καλλιτέχνες άρχισαν να δίνουν στην τέχνη μια περισσότερο ανθρώπινη - κοσμική μορφή. Η αναγεννησιακή μουσική «αποκηρύσσοντας το μεσαιωνικό μυστικισμό εξελίσεται προς την κατεύθυνση της σαφήνειας, της απλότητας και της ειλικρινούς αισθησιακής γοητείας» που ήδη προϋπήρχαν στην κοσμική μουσική των γάλλων τροβαδούρων και των γερμανών ερωτοτραγουδιστών[27]. Κύριο χαρακτηριστικό της αναγεννησιακής μουσικής είναι αφενός μεν η πλήρης ανάπτυξη της πολυφωνίας που έφτασε σε ορισμένες περιπτώσεις και στις 36 και 40 φωνές. Οι μελωδίες απέκτησαν σταδιακά απλούστερες μορφές που προσδιορίζονταν από την αναπνοή των τραγουδιστών ενώ οι περίπλοκοι μεσαιωνικοί ρυθμοί απλοποιήθηκαν επίσης, αφετέρου δε το ότι σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις εικαστικές τέχνες η παγκόσμια μουσική πρωτοπορία βρίσκεται βόρεια Γαλλία και στη Φλάνδρα (το σημερινό Βέλγιο)[28].
Πολλοί μελετητές τοποθετούν την αρχή της αναγέννησης στη μουσική γύρω στο 1420 με τον Guillaume Dufay και τη γενίκευση της χρήσης συνηχήσεων σε διαστήματα τρίτης και έκτης, ενώ άλλοι γύρω στα 1500 με τον Josquin και την ανθρωπιστική μεταχείριση του κειμένου, σύμφωνα με το ευρύτερο πνεύμα της Αναγέννησης.
Κύριοι εκπρόσωποι της γαλλοφλαμανδικής πολυφωνικής μουσικής ήταν: Ο John Dunstable (1380 - 1453 περ.) στην Αγγλία και ο Guillaume Dufay (1400 - 1474 περ.), που διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην αυλή του Δούκα της Βουργουνδίας, οι οποίοι συμβάλλουν στο πέρασμα από την ύστερη γαλλική εποχή στη νέα μουσική της Αναγέννησης με κυρίαρχο δομικό συστατικό της σύνθεσης τη μίμηση. Ο Gilles Binchois (1400 - 1460) κύριος συνθέτης της Αυλής της Βουργουνδίας στη Ντιζόν, και κυριότερος εκφραστής των γαλλικών κοσμικών τραγουδιών ή chanson. Ο J. Ockeghem (1420 - 1495), που ονομάστηκε από τους σύγχρονούς του «Πρίγκιπας της Μουσικής» εξαιτίας του ότι χειρίζεται τη μιμητική αντίστιξη με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, και οι Jacob Obrecht (1452 - 1505) και Heinrich Isaac (1450 - 1517) που διακρίθηκαν για την άνεσή τους να προσαρμόζονται τόσο στα θρησκευτικά όσο και στα κοσμικά ύφη αλλά και να ενσωματώνουν κοσμικά στοιχεία στην εκκλησιαστική μουσική και αντίστροφα. Ο Josquin Des Prez (1450 - 1521), ο πιο σημαντικός συνθέτης της εποχής του η μουσική του μεγαλοφυία συγκρίνονταν με αυτή του Μιχαήλ Άγγελου, έγραψε κυρίως λειτουργίες, μοτέτα και chansons. Η μουσική του έχει σαφή περιγράμματα, ενώ τα επιμέρους τμήματα υπογραμμίζονται με πτώσεις που προετοιμάζονται με καλά υπολογισμένες διαδοχές συγχορδιών, ενώ παράλληλα διακατέχεται από τις αξίες της καθαρότητας, της διαφάνειας και συντομίας. Η γαλλοφλαμανδική πολυφωνική μουσική φτάνει στο απόγειό της, ιδίως με το έργο του Orlando di Lasso (1532 - 1594)[29].
Τα πνευματικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα των αναγεννησιακών κοινωνιών, όπου ο ορθολογισμός και η επιστημονική διερεύνηση αντικαθιστούν τη θεοκρατία κι ο άνθρωπος επανακτά την εμπιστοσύνη στις αισθήσεις του που η παράδοση και οι αυθεντίες είχαν καταστείλει, στην ουσία θέτουν τα θεμέλια της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας.
1. Ritchie Robert, Ιστορικός Άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Κατσικερός Αθαν.
Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2005, σελ.18.
2. http://images.google.gr/
3. http://images.google.gr/
4. http://images.google.gr/
5. Jeffrey Chipps Smith, Η αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη, σελ. 76
6. http://images.google.gr/
7. http://images.google.gr/
8. Michelangelo David (1501-1504) http://commons.wikimedia.org/wiki/Michelangelo
9. Michelangelo Mosses (1513-1545)
http://commons.wikimedia.org/wiki/Michelangelo
10. Tilman Riemenschneider (1500-1504)
http://www.punctum.com/kirche/konfi/art/hblut.htm
11. Tilman Riemenschneider (1500-1504) http://www.sharecom.ca/fenton/riemenschneider.html
12. Peter Vischer the Elder (1507-1519)
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/e/ef/Sebald-Grab.jpg
13. http://images.google.gr/
14. http://images.google.gr/
15. Jan van Eyck (1385-1441)
http://commons.wikimedia.org/wiki/Category:Jan_van_Eyck